Ετικέτα: φιλοσοφία

Παράλογα τείχη- Αλμπέρ Καμύ

Ένα ακόμη απόσπασμα από τον σπουδαίο συγγραφέα Αλμπέρ Καμύ, που με την αιχμηρή του σκέψη κόβει την καθημερινότητα μας και ψυχαναλύει τη συμπεριφορά του παραλόγου που μας βρίσκει απροετοίμαστους τις περισσότερες φορές. Άραγε θα μπορούσε το εκπαιδευτικό σύστημα να ενσωματώσει τέτοια αποστάγματα σοφίας και να τα μεταλαμπαδεύσει στους νέους μας, που ψάχνουν διεξόδους στα πνευματικά τους αδιέξοδα;

sisyphus

Τα βαθιά συναισθήματα, όπως τα μεγάλα έργα, έχουν πάντα μεγαλύτερη σημασία απ’ αυτή που έχουν συνειδητοποιήσει πως εκφράζουν. Η συμπάθεια ή αντιπάθεια που νοιώθει μια ψυχή για κάτι οφείλεται στις συνήθειες της σκέψης ή της δράσης κι ακολουθεί τις συνέπειες που η ίδια η ψυχή αγνοεί. Τα μεγάλα συναισθήματα κουβαλάνε μαζί τους τον υπέροχο ή άθλιο κόσμο τους. Φωτίζουν με το πάθος τους έναν υπέροχο κόσμο όπου ξαναβρίσκουν το κλίμα τους. Υπάρχει ένας  κόσμος ζήλειας, φιλοδοξίας, εγωισμού ή γενναιότητας. Ένας κόσμος, δηλαδή μια μεταφυσική και πνευματική στάση. Αυτό που ισχύει για τα ήδη καθορισμένα συναισθήματα ισχύει, ακόμα πιο πολύ, για τις συγκινήσεις που βασικά είναι τόσο ακαθόριστες και συγχρόνως τόσο «καθορισμένες», τόσο μακρινές και τόσο «κοντινές» με τις συγκινήσεις που μας προσφέρουν την ομορφιά ή μας προκαλούν το συναίσθημα του παράλογου.

Το συναίσθημα του παράλογου μπορεί να χτυπήσει στο πρόσωπο οποιονδήποτε άνθρωπο στη στροφή οποιουδήποτε δρόμου. Μέσα στην τρομερή του γύμνια, στο χωρίς λάμψη φως του, είναι ασύλληπτο. Αλλά αξίζει να σκεφτούμε πάνω σ’ αυτό. Μάλλον είναι αλήθεια το ότι ένας άνθρωπος μας μένει άγνωστος για πάντα, το ότι σ’ αυτόν υπάρχει κάτι για πάντα ακαθόριστο. Γνωρίζω όμως τους ανθρώπους πρακτικά και τους γνωρίζω απ’ τη συμπεριφορά τους, απ’ τις πράξεις τους, απ’ τις συνέπειες που έχει στη ζωή το πέρασμά τους. Με τον ίδιο τρόπο μπορώ να καθορίσω πρακτικά όλα τα ακαθόριστα συναισθήματα που η ανάλυση δε θα μπορούσε να έχει καμιά επίδραση πάνω τους, να τα εξετάσω πρακτικά, να σκεφτώ τις συνέπειές τους, να συλλάβω και να καταγράψω κάθε τους μορφή, δημιουργώντας έτσι τον κόσμο τους.

Καμιά φορά, οι μεγάλες πράξεις κι οι μεγάλες σκέψεις αρχίζουν κάπως αστεία. Τα μεγάλα έργα γεννιούνται συχνά στη στροφή κάποιου δρόμου ή στο καθάρισμα ενός καφενείου. Έτσι και με το παράλογο. Περισσότερο από κάθε άλλον, ο παράλογος κόσμος έχει τις ρίζες του σ’ αυτή την άθλια γέννηση. Όταν μερικές φορές, σε μια ερώτηση που αφορά τις σκέψεις σου απαντάς: «τίποτε», ίσως να προσποιείσαι. Οι αγαπημένες υπάρξεις το ξέρουν καλά. Αν όμως η απάντηση αυτή είναι ειλικρινής, αν εκφράζει αυτό το μοναδικό ψυχικό συναίσθημα της σιωπηλής ευγλωττίας που σπάζει την αλυσίδα των καθημερινών χειρονομιών ενώ η καρδιά ψάχνει μάταια να βρει τον κρίκο που θα την ξανασυνδέσει, τότε αυτό φαίνεται πως είναι το πρώτο σημάδι του παραλογισμού.

Καμιά φορά τα σκηνικά καταρρέουν. Ξύπνημα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες γραφείο ή εργοστάσιο, γεύμα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες δουλειά, φαγητό, ύπνος και Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο, αυτός ο κύκλος επαναλαμβάνεται εύκολα στον ίδιο ρυθμό τον περισσότερο καιρό. Μια μέρα όμως γεννιέται το «γιατί» κι όλα αρχίζουν σ’ αυτή την πληκτική κούραση. «Αρχίζουν», αυτό είναι ενδιαφέρον. Στο τέλος μιας μηχανικής ζωής έρχεται η κούραση, την ίδια όμως στιγμή βάζει σε κίνηση τη συνείδηση. Τη σηκώνει απ’ τον ύπνο και προξενεί τη συνέχεια. Η συνέχεια είναι η ασυνείδητη επιστροφή στην αλυσίδα ή η οριστική αφύπνιση. Στο τέλος της αφύπνησης βρίσκεται το αποτέλεσμα που φτάνει με τον καιρό: αυτοκτονία ή αναθεώρηση. Η κούραση κλείνει μέσα της κάτι το αποκαρδιωτικό. Εδώ, είμαι υποχρεωμένος να πω πως είναι καλή. Γιατί με τη συνείδηση αρχίζουν όλα και μονάχα αυτή αξίζει. Οι παρατηρήσεις αυτές δεν έχουν καμιά πρωτοτυπία. Είναι όμως φανερές: κι αυτό φτάνει γιατί μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε καθολικά το παράλογο στις πηγές του. Με το «ενδιαφέρον» αρχίζουν όλα.

__________________________________________________________

πηγή: Ο μύθος του Σίσυφου, Αλμπέρ Καμύ

παλιότερα άρθρα για τον Καμύ:

Ο μύθος του Σίσιφου

Αφιέρωμα στον Αλμπέρ Καμύ

Advertisements

Ιεραρχία και κυριαρχία – Μέρος Α’

Η εμπορευματική μας κοινωνία περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη κοινωνία στην ιστορία έχει καθηλώσει την ανθρώπινη κατάσταση μέσα στη σφαίρα της οικονομίας κι έχει γεννήσει συνακόλουθα μια φοβερή ιδεολογική δομή που βασίζεται πάνω στην ιδιοκτησία, την εργασία, την αγορά και την κοινωνική κατανομή των πόρων.

Ακόμα κι ο πιο βαθύτερος ψυχολογικός μας μηχανισμός της ενοχής, της θυσίας και της αυταπάρνησης- ένας μηχανισμός που είναι φανερό ότι δεν είναι μοναδικός μέσα στην ψυχή που πλάθεται απ’την αστική κοινωνία- δανείζεται το εννοιολογικό του πλαίσιο και την ορολογία του απ’την οικονομική θεωρία.

Η χρήση του όρου «υπερκαταστολή» απ’το Μαρκούζε, με τη φανερή της συγγένεια με τη Μαρξιανή κατηγορία της «υπεραξίας» αποτελεί απλώς ένα πιο εκλεπτισμένο αντίστοιχο λέξεων, όπως «επένδυση» ή «αγορά» όροι με τους οποίους εκφράζουμε την «κατανομή» των αισθημάτων μας και την ευαισθησία μας απέναντι σε αντίθετες ιδέες. Είμαστε ένας λαός που «επενδύει» τα αισθήματά του «αγοράζουμε» ή δεν «αγοράζουμε» ορισμένες απόψεις. Η συμβατική σχέση με την οποία η αστική ιδεολογία αποκτάει υπόσταση σαν η ίδια ακριβώς η ουσία της ανθρώπινης κοινωνίας, παγιδεύει τη σκέψη μας μέσα σε ένα δίκτυο ισοδυναμιών κι «αγοραπωλησιών» που φθάνει στην ιδεολογική του τελειότητα στη θεωρία της μίμησης των κομπιούτερ κι ακόμα και σε ουτοπικά οράματα όπως η αντίληψη του Προυντόν για μια μουτουελιστική κοινωνία.

Ζούμε κάτω από μια εννοιολογική τυραννία που προϋποθέτει πάντα ότι δεν έχει ακόμα εξηγηθεί κι αναγνωρίζει ότι δεν έχει ακόμα δημιουργηθεί. Η εξουσία της λογικής, απ’αυτή την άποψη, είναι μια μορφή εξουσίας κι ακόμα περισσότερο απ’αυτή η εξουσία των λέξεων. Οι λέξεις «ιεραρχία» και «κυριαρχία» ιδιαίτερα, που υπονοούν την έννοια της υποταγής, είναι κι οι ίδιες υποταγμένες λέξεις με την έννοια ότι η ίδια τους η πανταχού παρουσία αποτελεί ένα προϊόν της αστικής αντικειμενοποίησης.

Αν χρησιμοποιηθούν από κοινού, προεκτεινόμενες σ’ολόκληρο τον κόσμο της φύσης και της κοινωνίας, προσφέρουν τα μέσα για τη διάλυση της κοινωνίας και τη μετατροπή της σε φύση και για την επικύρωση του αταβιστικού «φυσιοκρατισμού» των σημερινών εθνολογικών θεωριών της παγκόσμιας κυριαρχίας. Αν πρόκειται να απελευθερωθούν αυτές οι λέξεις- κι ακόμα περισσότερο, για να απελευθερωθούμε απ’τις συνθήκες που συνηθίζουν να υπονοούν- πρέπει να αρχίσουμε να τους προσδίδουμε ένα αυστηρότερο κοινωνικό και θεσμικό περιεχόμενο απ’ότι έχουν σήμερα.

Η ιεραρχία και η κυριαρχία με την έννοια που επικρατούν στη σύγχρονη κοινωνία δεν υπάρχουν στον φυσικό κόσμο– παρόλο που μ’ένα ορισμένο βαθμό δικαιολόγησης, μπορεί κανείς να κάνει παραλληλισμούς που πιθανόν να πρόσφεραν την πρώτη ύλη για την ανθρώπινη επιθετικότητα. Αυτό ισοδυναμεί με το να πούμε ότι, αν σαν ανθρώπινα όντα έιμαστε επίσης και ζώα, είναι εξίσου αληθινό ότι τα ζώα δεν είναι ανθρώπινα όντα. Στο μέτρο που μια ζωϊκή κοινότητα αποκτάει μια δομή σύμφωνα με τις μορφές της υπεροχής στις σεξουαλικές σχέσεις και στην προσιτότητα της τροφής, η ιεραρχία και η κυριαρχία ποικίλουν σ’ένα διαφορετικό βαθμό, απ’την απλή επιθετικότητα του ατόμου (μια θετική αξία για την επιβίωση του ατόμου) ως την προστασία της κοινότητας (μια θετική αξία για την επιβίωση της ομάδας).

Πραγματικά καθώς η τελευταία γίνεται όλο και πιο σημαντική απ’την προηγούμενη, καθώς η φυλογενετική γίνεται πιο σημαντική απότι η οντογενετική, θα προωθούσα την άποψη ότι ο σιωπηρός «εγωισμός» που ανακαλύπτουμε στην ιεραρχία των ζώων, παραχωρεί την θέση του σε ιδιότητες που αποδίδουμε στην κηδεμονία. Υπάρχει μια θεμελιακή διαφορά ανάμεσα στην τάξη των πουλερικών, η οποία συνεπάγεται κάτι παραπάνω από την επιβίωση του ισχυρότερου και του πιο επιθετικού και στην ιεραρχία ανάμεσα σε μια ομάδα πιθήκων η οποία σχηματίζει τη δομή για μια συντονιζόμενη από κοινού προστατευόμενη οντότητα.

Το κοινωνικό status quo στην αμερικανική κοινωνία..

Στο βαθμό που η ιεραρχία υπάρχει πραγματικά μέσα στο ζωικό κόσμο, φαίνεται να εξελίσσεται από την επιβίωση του ατόμου στην επιβίωση της ομάδας απ’το ατομικό στο κοινωνικό και διαδίδεται σ’ έναν αυξανόμενο βαθμό ανάμεσα στους ανθρωποειδείς πιθήκους. Στην πραγματικότητα, η εξάρτηση ανάμεσα στα άτομα που υπάρχει σ’αυτό το γεννώμενο κοινωνικό επίπεδο, συνίσταται πρωταρχικά στην εξάρτηση των μικρών απ’τη μητέρα- που σχηματίζει τη βασική κοινωνική μονάδα ανάμεσα σ’ όλους τους ανθρωποειδείς πιθήκους-και κατά δεύτερο λόγο, στην εξάρτηση και των δύο για προστασία από τους ενήλικους αρσενικούς. Εκτός από την ικανοποίηση των σεξουαλικών αναγκών, η ροή της σύμπραξης συγκλίνει στο αρσενικό- οι σχέσεις δεν είναι αμοιβαίες ή συμμετρικές.

Με την ανθρώπινη κοινωνία, ιδιαίτερα στις πρώτες φάσεις της, αυτή η εικόνα αλλάζει θεμελιακά. Η εργασιακή διαδικασία ενώνει και τα δύο φύλα σε μια σχέση αλληλεξάρτησης- πραγματικά οροθετεί τις σφαίρες τους με θαυμαστό σφρίγος, σύμφωνα μ’ έναν αυστηρό σεξουαλικό καταμερισμό της εργασίας. Στην πραγματικότητα, στις περισσότερες πρωτόγονοες κοινότητες, η γυναίκα είναι εκείνη που προμηθεύει τη μεγαλύτερη ποσότητα τροφής στην πορεία των δραστηριοτήτων της συλλογής τροφής.

Η εργασία της είναι εκτατική, ενώ η εργασία του άντρα εντατική. Η σημασία αυτού του καταμερισμού- κι η αλληλεξάρτηση που συνεπάγεται- δύσκολα μπορεί να υποτιμηθεί. Λιγότερο ευκίνητη απ’ ότι ο αρσενικός, η γυναίκα καταλαμβάνει την οικιακή σφαίρα κι ο άντρας την κοινοτική. Ρυθμίζει τις υλικές συνθήκες της ζωής και την αναπαραγωγή στην οποία ο άντρας απλώς συμμετέχει- ο τελευταίος με τη σειρά του εφοδιάζει αυτή τη σφαίρα με το κυνήγι του, μια λειτουργία που αποτελεί συνέπεια της μεγαλύτερης ευκινησίας και δυναμής του και περιφρουρεί την κοινότητα σαν σύνολο. Στη σφαίρα του ανήκει το κυνήγι, η θρησκευτική τελετουργία κι ο πόλεμος- στην δική της η διατήρηση κι η αναπαραγωγή της ζωής.

Το βασικό χαρακτηριστικό της κοινωνικής ζωής σ’αυτό το επίπεδο είναι η υπεροχή της γυναικείας σφαίρας. Η πολιτική κοινωνία στηρίζεται άμεσα στην οικιακή κοινωνία. Μιλώντας αντικειμενικά, η κιονωνία σα σύνολο είναι μητροκεντρική κι όχι τυχαία, ο συμβολισμός της περιστρέφεται γύρω από δυνάμεις που συσχετίζονται με τη γυναίκα. Ο Λεβύ Στρως μας παραπλανά όταν υποστηρίζει ότι η πατριαρχία δεν έχει κανένα αντίστοιχό της στη μητριαρχία, γιατί η ίδια ακριβώς η ουσία αυτού του μητροκεντρικού κόσμου είναι ότι φθείρει την κυριαρχία σαν τέτοια. Μέσα σε έναν χώρο που δεν έχει διαμορφωθεί η κυριαρχία, και που πολύ περισσότερο δεν έχει καθοριστεί, οι πολώσεις στις οποίες η στρουκτουραλιστική ανθρωπολογία δίνει μια τέτοια έμφαση είναι απλώς ασήμαντες. Αν πρέπει να αναζητήσουμε πολώσεις, δεν υπάρχουν ανάμεσα στην πατριαρχία και τη μητριαρχία- σε μια μορφή κυριαρχίας και σε μια άλλη- αλλά ανάμεσα στην κυριαρχία και την αναρχία, ανάμεσα στην παρουσία και στην απουσία της κυριαρχίας.

η ιεράρχηση των ανθρώπινων αναγκών κατά τον maslow

Συνακόλουθα, πρέπει να προσπαθήσουμε να οραματιστούμε μια κοινωνία στην οποία δεν έχει ακόμα εδραιωθεί η εξουσία ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο, στην οποία μια μορφοποιημένη αντίληψη ενός τρόπου κοινωνικότητας έχει εξαφανίσει τον αντίκτυπο της ζωϊκής κυριαρχίας και ιεραρχίας. Εδώ η σχέση μητέρας-παιδιού, όπως εκφράζεται στο δεσμό της αιματοσυγγένειας, δημιουργεί την ανατομία ακόμα και της πολιτικής κοινωνίας. Είναι ασυνήθιστο, κατά τη γνώμη μου, το πόσο εύκολα παραγνωρίζουμε το ίδιο ακριβώς το γεγονός της μητρογραμμικής αιματοσυγγένειας. Το ότι οι άντρες ανακαλύπτουν τους ίδιους τους γενεαλογικούς δεσμούς, ο ένας με τον άλλο, στην προέλευσή τους από μια κοινή μήτρα- το ότι η πιο αρχέγονη κοινωνική τους έννοια είναι το αίμα και μάλιστα το αίμα της προγονικής μητέρας μάλλον, παρά του φρεσκοσκοτωμένου θηράματος- αυτός ο πρόδρομος της συνειδητής κοινωνικοποίησης είναι πιο αρχέτυπος απ’ ότι οποιεσδήποτε δομικές διαστροφές που επιβλήθηκαν σταδιακά επάνω του.

Γιατί η ίδια ακριβώς η ουσία αυτής της συνένωσης αποκαλύπτει τη σχέση της μητρικής ανατροφής, τις στοργικές φροντίδες που αποκαλύπτουν την πιο κεντρική ουσία της αυθεντικής κοινωνικοποίησης–  μια ανιδιοτελή αγάπη που διαμόρφωσε κι αναζωογόνησε την κοινωνία, πολύ πριν η ανθρωπότητα αρχίσει να μπλέκεται μέσα στις ισοτιμίες των δικαιωμάτων και των καθηκόντων.

________________________________________________________________________________________
πηγή: Ιεραρχία και κυριαρχία, Μπούκτσιν Μαρραίη

Ιστορίες-διδάγματα αρχαίων ελλήνων

Ο φιλόσοφος Αντισθένης συμβούλευε τους Αθηναίους να ανακηρύξουν με την ψήφο τους τα γαϊδούρια σε άλογα. Και όταν του είπαν ότι κάτι τέτοιο είναι έξω από κάθε λογική, ο Αντισθένης παρατήρησησε:
«Μήπως και στρατηγούς δεν αναδεικνύετε άντρες απλώς με την ψήφο σας και χωρίς να έχουν πάρει καμία απολύτως εκπαίδευση;

Ο Διογένης ζητούσε ελεημοσύνη από ένα άγαλμα. Όταν τον ρώτησαν γιατί κάνει κάτι τέτοιο, απάντησε:
«Εξασκούμαι στο να μην απογοητεύομαι από την αναισθησία των ανθρώπων.»

Ένας μοχθηρός άνθρωπος ήθελε να φυλάξει το σπίτι του από κάθε κακό. Έβαλε στην πόρτα μια επιγραφή που έλεγε:
«Κανένα κακό να μη μπει στο σπίτι αυτό».
Ο Διογένης διάβασε την επιγραφή και απόρησε:
«Μα ο ιδιοκτήτης του σπιτιού από που θα μπει; »

Ο Μ.Αλέξανδρος έστειλε στον Φωκίωνα 100 τάλαντα. Ο αθηναίος πολιτικός ρώτησε τους ανθρώπους που του έφεραν το μεγάλο αυτό ποσό:
«Γιατί ο Αλέξανδρος διάλεξε εμένα απ’ όλους τους Αθηναίους για να μου χαρίσει 100 τάλαντα; »
Οι απεσταλμένοι απάντησαν:
«Γιατί μόνο εσένα θεωρεί έντιμο άνθρωπο»
Ο Φωκίωνας αρνήθηκε το δώρο λέγοντας:
«Ας μ’αφήσει λοιπόν και να είμαι και να φαίνομαι έντιμος».

Παρακινούσαν τον Φίλιππο της Μακεδονίας να εξορίσει  κάποιον που τον κακολογούσε. Ο Φίλιππος απάντησε:
«Δεν είστε καλά! Θέλετε να τον στείλω να με κατηγορεί και σ’άλλα μέρη; »

Είπαν στον Σωκράτη ότι κάποιος έλεγε άσχημα λόγια γι’αυτόν. Ο Σωκράτης απάντησε:
«Καθόλου παράδοξο. Ποτέ του δεν έμαθε να λέει καλά λόγια».

Πληροφορήθηκε ο Αριστοτέλης από κάποιον ότι μερικοί τον έβριζαν. Ο φιλόσοφος απάντησε:
«Καθόλου δεν με νοιάζει. Όταν είμαι απών, δέχομαι ακόμα και να με μαστιγώνουν».

Επέστρεφε ο Διογένης από τους Ολυμπιακούς αγώνες και ένας τον ρώτησε, αν ήταν εκεί πολύς κόσμος. Ο Διογένης αποκρίθηκε:
«Κοσμος υπήρχε πολύς, άνθρωποι όμως λίγοι»

Ρώτησαν τον φιλόσοφο Στίλπωνα, αν υπάρχει κάτι πιο ψυχρό από ένα άγαλμα.
«Ναι» είπε, «ένας αναίσθητος άνθρωπος».

Ένα φίδι τυλίχθηκε γύρω από το κλειδί μιας πόρτας. Οι μάντεις χαρακτήρισαν το γεγονός θαύμα. Ο Λεωτυχίδης όμως, βασιλιάς της Σπάρτης, θεώρησε αδικαιολόγητο τον χαρακτηρισμό.
«Για μένα θαύμα θα ήταν», είπε «αν τυλιγόταν το κλειδί γύρω από το φίδι και όχι το φίδι γύρω από το κλείδι».

Κάποτε ο Διογένης είδε μια γυναίκα να σκύβει πάρα πολύ μπροστά στα αγάλματα των θεών. Θέλοντας να την απαλλάξει από την θρησκοληψία, την πλησίασε και της είπε:
«Μη σκύβεις τόσο πολύ κυρά μου, γιατί κάποτε ο θεός θα σταθεί πίσω σου και θα δει άσχημα πράγματα».

Ο φιλόσοφος Στίλπωνας κλήθηκε στον Άρειο Πάγο για να βεβαιώσει αν πραγματικά είπε ότι η Αθηνά δεν είναι θεός..
«Και βέβαια δεν είναι θεός, θεά είναι, αφού είναι γυναίκα» είπε.
Όταν το άκουσε ο Θεόδωρος, ο λεγόμενος «άθεος», τον ειρωνεύτηκε λέγοντας:
«Απο πού το γνώριζε ο Στίλπωνας; Ή μήπως σήκωσε τον χιτώνα της Αθηνάς και είδε τον κήπο της; »

Έδειξαν στον Διαγόρα τον «άθεο» τα πολλά αφιερώματα ανθρώπων που είχαν σωθεί από ναυάγια με τη βοήθεια των θεών. Ο Διαγόρας απάντησε:
«Αν οι θεοί φρόντιζαν να σώσουν και όσους πνίγηκαν, τότε θα βλέπατε πολύ περισσότερα αφιερώματα».

Όταν ο Διογένης είδε έναν νεαρό να φιλοσοφεί του είπε:
«Σου αξίζει έπαινος νεαρέ, γιατί στρέφεις το ενδιαφέρον των εραστών από την ομορφιά του σώματος στην ομορφιά της ψυχής σου»

Ένας φτωχός πλησίασε τον Σωκράτη και του είπε:
«Θέλω να γίνω μαθητής σου, αλλά δεν έχω τίποτε, το μόνο που μπορώ να σου προσφέρω είναι ο εαυτός μου»
Ο Σωκράτης του απαντά:
«Δεν καταλαβαίνεις λοιπόν ότι μου δίνεις το πιο σπουδαίο πράγμα;»

Ένας πατέρας ζήτησε από τον Αρίστιππο να διδάξει τον γιό του. Ο φιλόσοφος ζήτησε ως αμοιβή 500 δραχμές. Ο πατέρας θεώρησε υπερβολικό το ποσό.
«Με τόσα χρήματα», είπε,»θα μπορούσα να αγοράσω ένα ζώο».
«Αγόρασε», είπε ο Αρίστιππος, «κι έτσι θα έχεις δύο».

Προσπαθούσε ο Ζήνων ο Ελεάτης να αποδείξει στον Αντισθένη με περίπλοκα και σοφιστικά επιχειρήματα ότι δεν υπάρχει κίνηση. Ο Αντισθένης άρχισε να βαδίζει, ενώ συγχρόνως ρωτούσε τον Ζήνωνα:
«Δεν νομίζεις ότι τα γεγονότα είναι πιο ισχυρά από τα επιχειρήματά σου;»

Υπερηφανευόταν κάποιος σε μια παρέα και έλεγε ότι είχε πάρος μέρος σε πολλούς αγώνες σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας και είχε πραγματοποιήσει εξαιρετικές αθλητικές επιδόσεις. Στη Ρόδο μάλιστα είχε κάνει ένα μεγάλο άλμα που κανένας Ολυμπιονίκης δεν είχε κάνει ως τότε. Ένας από την παρέα του είπε:
«Κι εδώ Ρόδος είναι. Γιατί δεν κάνεις το άλμα σου;»

Ένας Αθηναίος ταξίδευε με πλοίο με πολλούς άλλους. Ξέσπασε όμως δυνατή τρικυμία και το πλοίο ανατράπηκε. Όλοι προσπαθούσαν να σωθούν κολυμπώντας, ο Αθηναίος όμως έχανε τον καιρό του καλώντας την θεά Αθηνά σε βοήθεια. Ένας από τους ναυαγούς, που κολυμπούσε κοντά του, του είπε:
«Φώναζε την Αθηνά, μα κούνα και τα χέρια σου».

Όταν είδε ο Διογένης κρατικούς ταμίες να έχουν πιάσει κάποιον που είχε κλέψει ένα μπουκάλι, παρατήρησε:
«Οι μεγάλοι κλέφτες έχουν συλλάβει τον μικρό κλέφτη»

Ρώτησε κάποιος τον Διογένη ποιάς πόλης είναι πολίτης κι αυτός απάντησε:
«Είμαι πολίτης του κόσμου»

Η Ξανθίππη λέει στον Σωκράτη:
«Άδικα σε καταδίκασαν σε θάνατο»
Κι ο Σωκράτης:
«Αλίμονο κι αν η καταδίκη μου ήταν δίκαιη»

Ο Πλάτωνας επέπληξε κάποιον γιατί έπαιζε κύβους. Εκείνος δικαιολογήθηκε:
«Τα ποσά που παίζω στο παιχνίδι είναι ασήμαντα»
Ο Πλάτωνας του παρατήρησε:
«Η συνήθεια όμως να παίζεις δεν είναι καθόλου κάτι ασήμαντο»

Ρώτησαν τον Διογένη:
«Γιατί οι αθλητές είναι αναίσθητοι; »
Ο Διογένης τους έδωσε την εξήγηση:
«Γιατί τα σώματά τους ξαναφτιάχνονται με κρέατα χοιρινά και βοδινά»

Μια μέρα η Ξανθίππη έβαλε τις φωνές στον Σωκράτη και στην συνέχεια άδειασε πάνω του μια λεκάνη νερό. Ο Σωκράτης ατάραχος είπε:
«Η Ξανθίππη κάνει ό,τι και ο Δίας: πρώτα βροντά και ύστερα βρέχει»

πηγή: Αρχαία Ελληνικά Ανέκδοτα, Σωκράτης Γκίκας

Ο μύθος του Σίσυφου – Αλμπέρ Καμύ

Ακολουθούν μερικά αποσπάσματα από το δοκίμιο «Ο μύθος του Σίσυφου-δοκίμιο πάνω στο παράλογο» του υπέροχου Αλμπέρ Καμύ. Η γνωριμία μου με τον φιλόσοφο Καμύ έγινε τυχαία μιας και ο επίσης αγαπημένος συγγραφέας Βασίλης Ραφαηλίδης τον αναφέρει ως δάσκαλό του σε ένα από τα βιβλία του οπότε έψαξα και βρήκα την βιβλιογραφία του και οφείλω να ομολογήσω πως ο Καμύ με εκφράζει περισσότερο από άλλους φιλοσόφους. Το πρώτο άρθρο που είχα γράψει για τον Καμύ μπορείτε να το δείτε εδώ.

Το παρακάτω δοκίμιο είναι μια κριτική απέναντι στις μονολιθικές αλήθειες της ζωής μας.  Ο χρόνος,- το σήμερα, το χθες, το αύριο κάτω από την κριτική σκέψη του Καμύ πέρνουν μια διαφορετική όψη. Λέμε πως γνωρίζουμε τον κόσμο, πως γνωρίζουμε τον εαυτό μας, τα θέλω μας, τα πιστεύω μας όμως είναι αλήθεια ή μήπως καθημερινά αναθεωρούμε τα πάντα, ακόμη και την άποψη για τον ίδιο μας τον εαυτό; Η λογική του παραλόγου έχει εισχωρήσει στον σύγχρονο τρόπο ζωής μας και έχει γίνει δεύτερη φύση μας.

Μέσα από την καθημερινότητα μας ξεχνάμε τα σημαντικά και απασχολούμαστε με τα ασήμαντα και αδιάφορα της ζωής. Δίνουμε στους άλλους μα και στον εαυτό μας ψευδείς υποσχέσεις για το μέλλον- όπου μεταθέτουμε τις στιγμές ευτυχίας μας, τις στιγμές που πραγματικά αξίζουν για να τακτοποιήσουμε τα καθημερινά μας προβλήματα και αν ξαφνικά μας έδινε κάποιος ένα μέσο για να αντιληφθούμε τα πράγματα από την ρεαλιστική τους  πλευρά κι όχι μέσα από τη συναισθηματική μας «όραση» θα γελούσαμε με την ασημαντότητά τους. Και τελικά έρχεται μια μέρα που δεν έχει επιστροφή, μια ημέρα που έχουμε ελάχιστους χτύπους στο ρολόι της ζωής μας και δεν έχουμε προλάβει καν να πούμε ένα σ’αγαπώ στους ανθρώπους που αγαπάμε, δεν έχουμε προλάβει να ζήσουμε ένα ηλιοβασίλεμα αγκαλιά με τον σύντροφό μας, πιασμένοι χέρι-χέρι σε μια άγνωστη παραλία, δεν έχουμε προλάβει να δώσουμε μα και να πάρουμε χαμόγελα από τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε και αναπνέουμε..

Ακολουθούν τα αποσπάσματα :

«… Όλες τις μέρες μιας άφεγγης ζωής ο χρόνος μας ανέχεται. Έρχεται όμως πάντα η στιγμή που πρέπει να τον ανεχτούμε και να τον υπομείνουμε εμείς. Ζούμε με το μέλλον: «αύριο», «αργότερα», «όταν σου δοθεί μια ευκαιρία», «με τον καιρό θα καταλάβεις». Αυτές οι ανακολουθίες είναι περίεργες αφού θα πεθάνουμε. Αλλά φτάνει η μέρα που ο άνθρωπος διαπιστώνει πως είναι τριάντα χρονών.  Επιβεβαιώνει έτσι τη νιότη του. Την ίδια όμως στιγμή συγκρίνει τον εαυτό του με το χρόνο. Παίρνει θέση μέσα σ’ αυτόν. Αναγνωρίζει πως βρίσκεται σε μια κρίσιμη στιγμή και παραδέχεται πως έχει χρέος να την περάσει. Ανήκει στο χρόνο και τρομοκρατημένος βλέπει στο πρόσωπο του χρόνου το χειρότερο εχθρό του. Αύριο, επιθυμούσε το αύριο, τη στιγμή που έπρεπε να μην το ήθελε μ’ όλο του το είναι. Αυτή η επανάσταση της σάρκας αποτελεί το παράλογο [Όχι όμως κυριολεκτικά. Δε δίνω έναν ορισμό, απαριθμώ συναισθήματα, ανεκτά απ’ το παράλογο. Αλλά το τέλος της απαρίθμησης δε σημαίνει κι εξάντληση του παράλογου].

Ένα βήμα πιο κάτω και να το παράλογο: βλέπουμε πως ο κόσμος είναι «αδιαπέραστος», προαισθανόμαστε σε ποιο σημείο μας είναι ξένη μια πέτρα, διαπιστώνουμε πως είναι αδύνατο ν’ απλοποιήσουμε τα πράγματα, με πόσο πείσμα μπορεί να μας αντιστέκεται η φύση, ένα τοπίο. Στο βάθος κάθε ομορφιάς υπάρχει κάτι το απάνθρωπο και οι λόφοι, ο γλυκός ουρανός, τα δέντρα χάνουν την ίδια στιγμή το ψεύτικο νόημα που τους δίναμε, γίνονται πιο μακρινά κι από ένα χαμένο παράδεισο. Η πανάρχαιη σκληρότητα του κόσμου, περνώντας μέσα από χιλιάδες χρόνια, έρχεται να μας συναντήσει. Για μια στιγμή δεν τη νοιώθουμε, αφού για ένα σωρό αιώνες καταλαβαίναμε μονάχα τις μορφές και τα σχήματα που δίναμε στον κόσμο.

Αλλ’ από δω και στο εξής δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό το τέχνασμα. Ο κόσμος ξαναπαίρνει την πραγματική του μορφή και μας ξεφεύγει. Αυτά, τα από συνήθεια κρυμμένα σκηνικά ξαναπαίρνουν το αληθινό τους πρόσωπο. Απομακρύνονται. Με τον ίδιο τρόπο, υπάρχουν μέρες όπου στο πρόσωπο μιας γνωστής μας, ξαναβρίσκουμε σα μια ξένη, εκείνη που είχαμε αγαπήσει πριν μήνες ή χρόνια και ίσως επιθυμήσουμε αυτό που συχνά μας κάνει να νοιώθουμε τόσο μόνοι. Αλλά δεν ήρθε ακόμα η ώρα. Ένα μονάχα πράγμα πρέπει να έχουμε υπόψη μας: τη μυστικότητα κι ανομοιότητα του κόσμου που αποδεικνύουν το παράλογο…

«Το φθινόπωρο είναι μια δεύτερη άνοιξη, όταν κάθε φύλλο είναι ένα λουλούδι»-Αλμπέρ Καμύ

…Έρχομαι, τέλος, στο θάνατο και στο συναίσθημα που νοιώθουμε γι’ αυτόν. Πάνω σ’ αυτό έχουν λεχθεί τα πάντα και πρέπει ν’ αποφύγουμε το πάθος. Ποτέ, πάντως, δε θα εκπλαγούμε αρκετά επειδή όλος ο κόσμος ζει έτσι, δηλαδή σα «να μην ήξερε κανείς». Αυτό συμβαίνει γιατί η εμπειρία του θανάτου δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Πραγματικά, μια εμπειρία τη δοκιμάζουμε μονάχα όταν τη ζούμε και τη συνειδητοποιούμε. Εδώ, πρέπει να δούμε αν είναι δυνατό να μιλάμε για την εμπειρία του θανάτου των άλλων. Αυτή είναι μια πνευματική άποψη που ποτέ δε δεχτήκαμε. Αυτή η μελαγχολική στάση δεν μπορεί να είναι πειστική. Στην πραγματικότητα, η φρίκη είναι συνυφασμένη μ’ αυτό τούτο το γεγονός.

Αν μας τρομάζει ο χρόνος, μας τρομάζει γιατί αποδεικνύει το αποτέλεσμα που έρχεται. Σ’ αυτό το σημείο, για λίγο τουλάχιστον, όλες οι ωραίες συζητήσεις πάνω στην ψυχή παίρνουν ένα μάθημα απ’ τον αντίπαλό τους. Απ’ αυτό το ασάλευτο κορμί, η ψυχή λείπει. Αυτή η βασική κι οριστική πλευρά του γεγονότος αποτελεί το περιεχόμενο του παράλογου συναισθήματος. Κάτω απ’ το θνητό φως αυτού του πεπρωμένου, εμφανίζεται η ματαιότητα. Καμιά ηθική, καμιά προσπάθεια δε δικαιολογούνται a priori μπροστά στα ανάλγητα μαθηματικά που ρυθμίζουν την ύπαρξή μας.

Το πρώτο βήμα που κάνει το πνεύμα είναι να διακρίνει το αληθινό απ’ το ψεύτικο. Εν τούτοις, η πρώτη ανακάλυψη της σκέψης είναι η αντίφαση. Σ’ αυτό το σημείο, είναι ανώφελο να προσπαθήσω να γίνω πειστικός. Γιατί, εδώ κι αιώνες, κανείς δεν το απέδειξε πιο σωστά απ’ τον Αριστοτέλη: «Μ’ όλους τους ισχυρισμούς συμβαίνει ό,τι πολλές φορές τονίσαμε σαν αναπόδραστη συνέπεια, δηλαδή ότι αυτοί οι ίδιοι αναιρούν τους εαυτούς τους. Γιατί εκείνος που λέει ότι τα πάντα είναι αλήθεια δέχεται και τον αντίθετο του δικού του ισχυρισμό, κι έτσι ο δικός του δε θα είναι αληθινός (γιατί αυτός που παραδέχεται σαν αληθινό τον αντίθετο ισχυρισμό καθιστά ψεύτικο το δικό του).

Αντίθετα, εκείνος που λέει πως όλα είναι ψέμα, διαψεύδει αυτός ο ίδιος τον ισχυρισμό του. Εάν δε ο πρώτος ισχυρίζεται ότι ο αντίθετος του δικού του ισχυρισμός δεν είναι αληθινός, ο δε δεύτερος ότι δεν είναι ψεύτικος μόνο ο δικός του, θα δημιουργηθεί και για τους δυο η προϋπόθεση μιας ατέλειωτης σειράς αληθινών και ψεύτικων ισχυρισμών, γιατί εκείνος που λέει ότι κάποιος αληθινός ισχυρισμός είναι πραγματικά αληθινός, είναι μέσα στην αλήθεια κι αυτό συμβαίνει επ’ άπειρο» [Αριστοτέλη, Μετά τα Φυσικά, Γ8 1012β 13-22]…

..Τα ουσιαστικά στοιχεία του ανθρώπινου δράματος είναι η νοσταλγία της ενότητας, ο πόθος του απόλυτου. Το ότι όμως η νοσταλγία αυτή είναι ένα γεγονός δε σημαίνει πως πρέπει να επαναπαυόμαστε. Εάν, διαβαίνοντας το χάσμα που χωρίζει τον πόθο απ’ την κατάκτηση, διαπιστώσουμε όπως ο Παρμενίδης την ύπαρξη του Ενός (όποιο κι αν είναι), πέφτουμε στη γελοία αντίφαση ενός πνεύματος που διαπιστώνει την απόλυτη ενότητα και με την ίδια του τη διαπίστωση αποδεικνύει τη διαφοροποίησή του και την πολλαπλότητα που ισχυριζόταν πως θ’ απλοποιούσε. Σ’ αυτόν το φαύλο κύκλο οι ελπίδες μας σβήνουν. Όλα αυτά είναι αλήθειες. Θα επαναλάβω, για μια ακόμη φορά, πως το ενδιαφέρον δε βρίσκεται σ’ αυτές αλλά στα συμπεράσματα που μπορούμε να βγάλουμε απ’ αυτές. Γνωρίζω κι άλλη μια αλήθεια: ο άνθρωπος είναι θνητός.

Ωστόσο, πρέπει να έχουμε υπόψη τα πνεύματα που ξεκινώντας απ’ αυτή την αλήθεια κατέληξαν σ’ απόλυτα συμπεράσματα. Σ’ αυτό το δοκίμιο πρέπει να έχουμε αδιάκοπα στο μυαλό μας τη σταθερή διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σ’ εκείνο που νομίζουμε πως ξέρουμε, στην πρακτική συγκατάθεση και την εικονική άγνοια η οποία μας κάνει να ζούμε με ιδέες που, αν αποδεικνυόντουσαν αληθινές, θα ‘πρεπε ν’ αναστατώσουν ολόκληρη τη ζωή μας…

…Για ποιόν και για ποιό μπορώ να πω ανεπιφύλακτα: «Αυτό το ξέρω!» Την καρδιά μου μπορώ να την καταλάβω και ξέρω πως υπάρχει. Τον κόσμο, μπορώ να τον αγγίξω και ξέρω, πάλι, πως υπάρχει. Εδώ σταματάει κάθε μου γνώση, τα υπόλοιπα είναι επινοήσεις. Γιατί, αν προσπαθώ να καταλάβω τον εαυτό μου για τον οποίο είμαι σίγουρος, αν προσπαθώ να τον καθορίσω και να τον συνοψίσω, αφήνω το νερό να κυλάει μέσ’ από τα δάκτυλά μου. Μπορώ να περιγράψω μία – μία όλες τις όψεις που ξέρει να παίρνει, ακόμα κι εκείνες που του έχουν αποδώσει, τη μόρφωση, την καταγωγή, την οργή ή τις σιωπές, την αξιοπρέπεια ή μικροπρέπεια.

Αλλά δεν προσθέτουμε πρόσωπα. Ακόμα κι αυτή, η δική μου καρδιά θα μου μείνει άγνωστη για πάντα. Ανάμεσα στη βεβαιότητα που έχω για την ύπαρξή μου και στο νόημα που προσπαθώ να δώσω σ’ αυτή τη βεβαιότητα, υπάρχει ένα κενό που δε θα γεμίσει ποτέ. Ο εαυτός μου θα μου μείνει για πάντα ξένος. Στην ψυχολογία και στη λογική υπάρχουν αλήθειες αλλά λείπει η αλήθεια. Το Σωκρατικό «γνώθι σ’ αυτόν» αξίζει τόσο όσο το «έσο ενάρετος» της εξομολόγησης. Σ» αυτά βλέπουμε πως υπάρχει νοσταλγία και άγνοια. Αποτελούν άσκοπα παιχνίδια επάνω σε σπουδαία θέματα.

Μονάχα μέσα στα πλαίσια που μπορεί κανείς να τα πλησιάσει παίρνουν κάποιο νόημα. Βλέπω ακόμα τα δέντρα που ξέρω τη σύστασή τους, το νερό που δοκιμάζω τη γεύση του. Πώς ν’ αρνηθώ αυτό τον κόσμο αφού υφίσταμαι την επίδρασή του, πώς ν’ αρνηθώ το άρωμα της χλόης και των άστρων, πώς ν’ αρνηθώ τη νύχτα και τις λίγες βραδιές που χαρίζουν στην καρδιά γαλήνη; Κι όμως ολόκληρη η επιστήμη αυτής της γης δε θα με πείσει ποτέ για το ότι αυτός ο κόσμος μου ανήκει…

…Οι απαλές γραμμές των λόφων και το χέρι της νύχτας πάνω σ’ αυτήν τη βασανισμένη καρδιά μου μαθαίνουν πιο πολλά. Ξαναγυρίζω εκεί που βρισκόμουν στην αρχή. Καταλαβαίνω πως η επιστήμη με βοηθάει στο να συλλάβω και ν’ απαριθμήσω τα φαινόμενα. Δε μπορεί όμως να με βοηθήσει στο να εννοήσω τον κόσμο. Ακόμα κι αν είχα αγγίζει ολόκληρο το πρόπλασμά του με το δάκτυλο, πάλι δε θα ‘ξερα τίποτε. Κι εσείς μ’ αναγκάζετε να διαλέξω ανάμεσα σε μια βέβαιη για τον εαυτό της περιγραφή που δε μου μαθαίνει τίποτα, και σ’ αβέβαιες υποθέσεις που ισχυρίζονται πως με διδάσκουν. Γι’ αυτό τον κόσμο και για τον εαυτό μου είμαι ένας ξένος, οπλισμένος σε κάθε περίπτωση με μια σκέψη που απ’ τη στιγμή που διαπιστώνει αρνιέται τον εαυτό της. Γιατί να βρίσκω τη γαλήνη μονάχα στην άγνοια και στο θάνατο, γιατί ο πόθος της κατάκτησης να προσκρούει πάνω σε τείχη που δε δίνουν καμία σημασία στις επιθέσεις του; Θέλω, σημαίνει προκαλώ το παράδοξο. Όλα τα πάντα κάνουν να γεννηθεί αυτή η δηλητηριασμένη γαλήνη, υποθάλπουν την αδιαφορία, τον ύπνο της καρδιάς και την παραίτηση.

Επίκτητος – «Εγχειρίδιο»

Μερικά σημεία στα οποία στάθηκα κατά την ανάγνωσή του «Εγχειριδίου» του φιλοσόφου Επίκτητου:

  • ..Για κανένα αλλότριο προτέρημα να μην επαρθείς. Εάν ο ίππος επαιρόμενος έλεγε «είμαι όμορφος», θα ήταν κάτι ανεκτό. Εσύ όμως, όταν λες επαιρόμενος «έχω όμορφο ίππο», γνώριζε ότι επαίρεσαι για την καλή ιδιότητα του ίππου. Τί είναι δικό σου; Η χρήση των φαντασιών. Ώστε, όταν κατά φύση χρησιμοποιείς τις φαντασίες, μόνον τότε να επαίρεσαι. Τότε θα επαρθείς για κάποια δική σου καλή ιδιότητα. Για καθετί που σου συμβαίνει, θυμήσου να στρέφεσαι προς τον εαυτό σου και ν’αναζητάς ποιά δύναμη έχεις για να το χρησιμοποιήσεις. Αν δεις κάποιον όμορφο ή κάποια όμορφη, θα βρεις την εγκράτεια ως δύναμη απέναντί τους. Αν υποφέρεις πόνο, θα βρεις καρτερία. Αν σε λοιδορούν, θα βρεις την ανεξικακία. Όταν έτσι εθιστείς, δεν θα σε συναρπάζουν οι φαντασιώσεις.
  • ..Ποτέ και για τίποτε να μην πεις ότι «αυτό το έχασα», αλλά ότι «αυτό το απέδωσα». Πέθανε το παιδί; Αποδόθηκε. Πέθανε η γυναίκα; Αποδόθηκε. «Μου αφαιρέθηκε το χωράφι» και τούτο λοιπόν αποδόθηκε. «Αυτός όμως που μου το αφαίρεσε είναι κακός». Τί σε μέλει λοιπόν μέσω ποιού ανθρώπου σου το απαίτησε εκείνος που σου το είχε δώσει; Όσο σου το δίνει να το επιμελείσαι ως αλλότριο, όπως οι περαστικοί το πανδοχείο. Εάν θέλεις να προκόψεις, άφησε τους συλλογισμούς αυτού του είδους: «Εάν αμελήσω τις υποθέσεις μου, δεν θα έχω τρόφιμα», «εάν δεν τιμωρήσω τον δούλο μου, θα γίνει πονηρός». Είναι καλύτερα να πεθάνεις από λιμό, έχοντας γίνει άλυπος και άφοβος, παρά να ζεις στην αφθονία, όντας ταραγμένος. Καλύτερα να είναι κακός ο δούλος σου, παρά εσύ κακοδαίμονας. Άρχισε λοιπόν από τα μικρά. Χύνεται το λαδάκι, κλέβεται το κρασάκι. Λέγε λοιπόν ότι «τόσο πωλείται η απάθεια, τόσο η αταραξία». Χαριστικά τίποτε δεν παίρνεις. Όταν καλείς τον δούλο σου, να θυμάσαι ότι δύναται να μην υπακούσει και-εάν υπακούσει-να μην κάνει τίποτε απ’όσα θέλεις. Δεν είναι, όμως, και τόσο σπουδαία η υπόστασή του, ώστε απ’ αυτόν να εξαρτάται η αταραξία σου. Εάν θέλεις να προκόψεις, υπόμεινε-εξαιτίας των εξωτερικών πραγμάτων- το να φαίνεσαι ανόητος και ηλίθιος, χωρίς να θέλεις να φαίνεσαι ότι κάτι γνωρίζεις καλά. Και αν σε κάποιους φανείς ότι είσαι κάποιος, να δυσπιστείς στον εαυτό σου.
  • ..Γνώριζε λοιπόν, ότι δεν είναι εύκολο να διαφυλάξεις σύμφωνη με την φύση την προαίρεση του εαυτού σου, και συνάμα τα εξωτερικά πράγματα, αλλά κατ’ απόλυτη ανάγκη θ’αμελήσεις το ένα, όταν επιμεληθείς το άλλο. Εάν θέλεις να ζήσουν παντοτινά τα τέκνα, η γυναίκα και οι φίλοι σου, είσαι ανόητος, επειδή θέλεις να εξαρτώνται από εσένα όσα δεν εξαρτώνται, και να είναι δικά σου τα αλλότρια. Έτσι και αν θέλεις να μην αμαρτάνει ο δούλος σου, είσαι μωρός, επειδή θέλεις να μην είναι κακία η κακία, αλλά κάτι άλλο. Εάν όμως θέλεις να μην αποτυγχάνεις όταν ορέγεσαι, δύνασαι να το κάνεις. Αυτό λοιπόν άσκησε το οποίο δύνασαι.
  • …Κύριος του καθενός είναι όποιος έχει την εξουσία να του παρέχει ή να του αφαιρεί αυτά που ο καθένας θέλει ή δεν θέλει. Όποιος λοιπόν, επιθυμεί να είναι ελεύθερος, ούτε να θέλει κάτι ούτε ν’αποφεύγει κάτι απ’ όσα εξαρτώνται απ’τους άλλους. Ειδεμή, κατ’ ανάγκη θα είναι δούλος. Εάν κάποτε σου συμβεί να στραφείς προς τα εξωτερικά, επειδή επιθυμείς ν’αρέσεις σε κάποιον, γνώριζε ότι απώλεσες την εσωτερική στάση σου. Ν’αρκεστείς, λοιπόν, να είσαι φιλόσοφος σε όλα, και αν επιθυμείς να φαίνεσαι και φιλόσοφος, να φαίνεσαι στον εαυτό σου και θα είναι αρκετό.
  • ..Αντί για σένα κάποιον άλλον προτίμησαν στην συνεστίαση ή στην προσφώνηση ή στην πρόσληψη συμβούλου; Εάν αυτά είναι αγαθά, πρέπει να χαίρεσαι, επειδή αυτά έτυχαν σ’εκείνον. Εάν είναι κακά, μην δυσφορείς, αφού δεν έτυχαν σ’ εσένα. Να θυμάσαι ότι δεν δύνασαι να έχεις ίσες αξιώσεις, όταν δεν κάνεις τα ίδια μ’ εκείνους που προσδοκούν να επιτύχουν όσα δεν εξαρτώνται από εμάς. Πώς δύναται να έχει ίσες απολαβές όποιος δεν συχνάζει, με όποιον συχνάζει στην εξώθυρα κάποιου; Όποιος δεν τον συνοδεύει, με όποιον τον συνοδεύει; Όποιος δεν τον επαινεί, με όποιον τον επαινεί; Θα είσαι λοιπόν άδικος και άπληστος, εάν επιθυμήσεις να λάβεις αυτά δωρεάν, χωρίς να παράσχεις εκείνα, με τα οποία αυτά αγοράζονται. Αλλά πόσο πωλούνται οι θρίδακες [λάχανο] ; Έναν οβολό, αν τύχει. Αν λοιπόν, κάποιος δώσει τον οβολό και πάρει θρίδακες, ενώ εσύ δεν τον δώσεις και δεν πάρεις, μην θεωρήσεις ότι έχεις λιγότερα από εκείνον που τους πήρε. Όπως εκείνος έχει θρίδακες, έτσι και εσύ έχεις τον οβολό, τον οποίο δεν έδωσες. Κατά τον ίδιο τρόπο και στ’ ακόλουθα. Δεν προσκλήθηκες στην συνεστίαση κάποιου; Αυτό συνέβει επειδή δεν έδωσες το αντίτιμο του δείπνου σ’αυτόν που προσκαλεί. Πουλά το δείπνο για έναν έπαινο ή για μια υπηρεσία. Εάν σ’ενδιαφέρει, δώσε του το αντίτιμο για το οποίο πωλείται. Αν όμως, και εκείνα θέλεις να μην δώσεις, και τούτα να λάβεις, είσαι άπληστος και αβέλτερος. Τίποτε λοιπόν δεν έχεις αντί για το δείπνο; Και βέβαια έχεις: το ότι δεν επαίνεσες εκείνον που δεν ήθελες και το ότι δεν εμποδίστηκες από τους δούλους που έχει στην είσοδό του[προφανώς ειχε και «μπράβους» στην αρχαιότητα.].
  • Όταν προσαρμόσεις το σώμα σου στην λιτότητα, μην υπερηφανεύεσαι γι’αυτό, ούτε- αν πίνεις νερό- με κάθε αφορμή να λες ότι πίνεις νερό. Και αν κάποτε θελήσεις να ασκηθείς στις καταπονήσεις, να το κάνεις για τον εαυτό σου και όχι για τους έξω. Μην αγκαλιάζεις τους αδριάντες αλλά, όταν κάποτε διψάσεις σφοδρά, πάρε ψυχρό νερό στο στόμα σου, μετά φτύσε το και μην το πεις σε κανέναν.
  • Στάση και χαρακτήρας κοινού ανθρώπου: ουδέποτε προσδοκά ωφέλεια ή βλάβη από τον εαυτό του, αλλά από τα εξωτερικά πράγματα. Στάση και χαρακτήρας φιλοσόφου: προσδοκά ωφέλεια και βλάβη από τον εαυτό του. Σημάδια του προκομένου: κανέναν δεν ψέγει, κανέναν δεν επαινεί, κανέναν δεν μέμφεται, κανέναν δεν εγκαλεί, τίποτε δεν λέει για τον εαυτό του, ότι δήθεν κάποιος είναι ή γνωρίζει κάτι. Όταν εμποδιστεί ή κωλυθεί σε κάτι, εγκαλεί τον εαυτό του, και αν κάποιος τον επαινεί, μέσα του καταγελά αυτόν που τον επαινεί, και αν κάποιος τον ψέγει, δεν απολογείται. Περιφέρεται όπως ακριβώς οι άρρωστοι: φοβούμενος μήπως κινήσει τα μέλη που αναρρώνουν, πριν αποκατασταθούν. Από τον εαυτό του έχει εξαλείψει κάθε όρεξη, ενώ έχει μεταστρέψει την έκκλισή του προς εκείνα μόνον τα πράγματα, που είναι παρά φύση και εξαρτώνται από εμάς. Κάνει χρήση μετριοπαθούς ορμής προς τα πάντα. Δεν τον απασχολεί αν δίνει εντύπωση ηλίθιου ή αμαθούς. Μ’ έναν λόγο, προφυλάσσεται από τον εαυτό του, σαν να του είναι εχθρός και επίβουλος.
  • Για καθετί που σε ψυχαγωγεί ή σου είναι χρήσιμο ή το αγαπάς, να θυμάσαι ν’ αναλογίζεσαι τί ακριβώς είναι, αρχίζοντας από τα μικρότερα. Αν αγαπάς μια χύτρα, αναλογίσου: «μια χύτρα αγαπώ». Αν αυτή σπάσει, δεν θα ταραχθείς. Αν καταφιλάς το παιδί ή την γυναίκα σου, αναλογίσου ότι καταφιλάς έναν άνθρωπο. Αν αυτός πεθάνει, δεν θα ταραχθείς.
  • Για καθετί που σου συμβαίνει, θυμήσου να στρέφεσαι προς τον εαυτό σου και ν’αναζητάς ποιά δύναμη έχεις για να το χρησιμοποιήσεις. Αν δεις κάποιον όμορφο ή κάποια όμορφη, θα βρεις την εγκράτεια ως δύναμη απέναντί τους. Αν υποφέρεις πόνο, θα βρεις την καρτερία. Αν σε λοιδορούν, θα βρεις την ανεξικακία. Όταν έτσι εθιστείς, δεν θα σε συναρπάζουν οι φαντασιώσεις.
  • Εάν κάποιος παρέδιδε το σώμα σου στον πρώτο τυχόντα, θ’αγανακτούσες. Εσύ λοιπόν παραδίδεις την δική σου κρίση στον τυχόντα- ώστε εκείνη να ταραχθεί και να συγχυσθεί, αν αυτός σε λοιδορήσει – και δεν αισχύνεσαι γι’αυτό;
  • Όπως ακριβώς προσέχεις στον περίπατο ώστε να μην πατήσεις καρφί ή να μην διαστρέψεις το πόδι σου, έτσι να προσέχεις να μη βλάψεις το ηγεμονικό μέρος της ψυχής σου. Αν προφυλάσσουμε αυτό σε κάθε έργο μας, ασφαλέστερα ξεκινούμε το έργο.
  • Κάθε πράγμα έχει δύο λαβές: μια υποφερτή και μία ανυπόφορη. Εάν σε αδικεί ο αδελφός σου, μην πιαστείς από αυτή τη λαβή, δηλαδή από το ότι σε αδικεί, γιατί αυτή η λαβή είναι ανυπόφορη, αλλά πιάσουν από την άλλη, δηλαδή από το ότι είναι αδελφός σου, από το ότι είναι σύντροφός σου, και τότε θα πιαστείς από την υποφερτή λαβή.
  • Αυτοί οι λόγοι είναι ασύνακτοι: «εγώ είμαι πλουσιότερος από εσένα, άρα εγώ είμαι καλύτερος από εσένα», «εγώ είμαι πιο μορφωμένος από εσένα, άρα εγώ είμαι καλύτερος από εσένα». Αυτοί είναι περισσότερο συνακτικοί: «εγώ είμαι πλουσιότερος από εσένα, άρα τα δικά μου αποκτήματα είναι καλύτερα από τα δικά σου», «εγώ είμαι πιο μορφωμένος από εσένα, άρα ο δικός μου λόγος είναι καλύτερος από τον δικό σου». Εσύ όμως δεν είσαι ούτε απόκτημα ούτε λόγος.

Δημόκριτος, Πρωταγόρας και το κάψιμο βιβλίων στην αρχαιότητα

Ως γνωστόν ο Δημόκριτος, ο θεμελιωτής της ατομικής θεωρίας, γεννήθηκε εκατόν τριάντα χρόνια πριν από τον Επίκουρο κι αφού ταξίδεψε πολύ ανά τον κόσμο κατέληξε πίσω στην πατρίδα του, τα Άβδηρα της Θράκης, ανατολικά από τις εκβολές του Νέστου, όπου και δημοσίευσε το πρώτο του σύγραμμα με τίτλο Μικρός Διάκοσμος κερδίζοντας έτσι δόξα εκτίμηση και χρήμα.
Κάποια στιγμή ώριμος πλέον, φαίνεται ότι πέρασε από την Αθήνα, όπου προσπάθησε να μιλήσει, να διδάξει, να προσφέρει στους Αθηναίους τις ανακαλύψεις και τους στοχασμούς του, αλλά κανείς δεν του έδωσε σημασία, και έτσι επέστρεψε στην πατρίδα του για να συγγράψει πολλές δεκάδες έργα, όπως δύο ηθικές τετραλογίες, τρεις μαθηματικές τετραλογίες, δύο μουσικές τετραλογίες κ.α. έργα τα οποία του χάρισαν την πανελλήνια αναγνώριση σε βαθμό που όπως λέγεται, προκάλεσαν τον φθόνο του Πλάτωνα, ο οποίος συγκέντρωσε όσα περισσότερα χειρόγραφα του Αβδηρίτη μπόρεσε και αποπειράθηκε να τα κάψει, αλλά τον συγκράτησαν οι πυθαγόρειοι φιλόσοφοι Αμύκλας και Κλεινίας υποδεικνύοντάς του πόσο αισχρή όσο και μάταιη ήταν αυτή η πράξη .
Δεν ξέρουμε αν το συγκεκριμένο περιστατικό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το αναφέρει στους Βίους Ανδρών, ο μουσικός και φιλόσοφος Αριστόξενος και αν μη τι άλλο αποδεικνύει την αντιπάθεια του ιδεαλιστή και ολιγαρχικού Πλάτωνα απέναντι στον υλιστή και δημοκράτη Δημόκριτο, αντιπάθεια που αποδεικνύεται επίσης από το γεγονός της απουσίας οποιασδήποτε μνείας περί Δημόκριτου στα πλατωνικά έργα, ενώ εκείνα του Αριστοτέλη βρίθουν από ενθουσιώδεις αναφορές σχετικά με τις διδασκαλίες του Αβδηρίτη φιλοσόφου.
Ο Δημόκριτος έζησε περισσότερα από εκατό χρόνια με τρόπο λιτό, καλλιεργώντας σαν περίεργο παιδί την αχόρταγη παρατήρηση των πάντων και προσπαθώντας να προσεγγίσει την άγνωση στην εποχή του έννοια της αντικειμενικότητας. Συνάμα ο μεγάλος Αβδηρίτης φιλόσοφος δίδασκε. Και δίδασκε με το γέλιο. Οι μαθητές του καταγοητεύονταν από τον απλό και αστείο τρόπο με τον οποίο παρουσίαζε ακόμη και τις πιο δυσνόητες έννοιες. Ουσιαστικά το γέλιο, το μοναδικό χαρακτηριστικό οπυ κάνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει από τα ζώα, αναδείχθηκε από τον Δημόκριτο σε τρόπο ζωής, σε καθημερινή επιδίωξη, γι’αυτό και οι μαθητές του τον αποκαλούσαν «γελασίνο».

Σαν γραμματέα του ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης, προσέλαβε έναν πάμφτωχο νεαρό Αβδηρίτη αχθοφόρο, του οποίου εκτίμησε την ευφυΐα, από τον τρόπου που φόρτωνε τα πλοία. Κι ο αχθοφόρος αυτός δεν ήταν άλλος από τον μετέπειτα μεγάλο σοφιστή, τον Πρωταγόρα, τον λαϊκό στοχαστή που δίδαξε ότι:

ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕΤΡΟΝ

Που σημαίνει:
Μέτρο για όλα είναι ο άνθρωπος
και σαρκάστηκε ελεεινά από τον Πλάτωνα, τον ζάμπλουτο αριστοκράτη Πλάτωνα που δεν ίδρωσε ποτέ του για να βγάλει τον επιούσιο. Κατά το τρίτο έτος μάλιστα της Ενενηκοστής Δευτέρας Ολυμπιάδας (ή 410προ..χυδαιότητας) η αθηναϊκή πολιτεία καταδίκασε τον Πρωταγόρα επί αθεΐα και όλα τα βιβλία του κάηκαν στην αγορά. Ο ίδιος προσπάθησε να διαφύγει στη Σικελία αλλά πνίγηκε όταν το πλοίο που τον μετέφερε ναυάγησε.

______________________________________________________________________________________________________

πηγή: Μάριος Βερέττας «Εμείς οι Επικούρειοι»

Ορίστε η καλύτερη απόδειξη πως «ουδείς αλάνθαστος» ακόμη και από τους ίδιους τους φιλοσόφους για τους οποίους σήμερα μιλάμε για το έργο τους. Όπως βλέπουμε το κάψιμο των βιβλίων δεν είναι καινούργια «μόδα» και από πάντοτε υπήρχε ως τρόπος επιβολής ενός μιμιδίου έναντι ενός άλλου.

Φιλοσοφία και καθημερινή ζωή – Επίκουρος

Μάταιος είναι ο φιλοσοφικός λόγος που δεν θεραπεύει κανένα ανθρώπινο πάθος, ακριβώς όπως η ιατρική δεν ωφελεί παρά μόνο σαν θεραπεύει τις αρρώστιες του σώματος, έτσι και η φιλοσοφία δεν προσφέρει τίποτε αν δεν απαλλάσει την ψυχή από τα πάθη της.

Όσο είναι κανείς νέος αν μην αναβάλλει για το μέλλον τη φιλοσοφία, μα κι όταν γεράσει ας μη βαριέται να φιλοσοφεί. Γιατί για κανέναν δεν είναι ποτέ νωρίς και ποτέ αργά για ό,τι έχει να κάνει με την υγεία της ψυχής του.Κι όποιος λέει πως δεν ήρθε ακόμα η ώρα για φιλοσοφία ή ότι πέρασε πια ο καιρός, μοιάζει με άνθρωπο που λέει πως δεν είναι ώρα τώρα για την ευτυχία ή πως δεν έμεινε πια καιρός γι’αυτήν. Πρέπει λοιπόν, να φιλοσοφεί και ο γέρος και ο νέος:ο ένας ώστε καθώς γερνά, να νιώθει νέος μες στα αγαθά που του προσφέρει η χάρη των περασμένων, ενώ ο άλλος, αν και νέος, να είναι συνάμα και ώριμος αφού δεν θα’χει αγωνία για το αύριο.

Χρειάζεται λοιπόν να στοχαζόμαστε τα όσα φέρνουν την ευδαιμονία, αφού όταν την έχουμε, έχουμε τα πάντα, κι όταν τη στερούμαστε κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε.
Να πράττεις και να μελετάς αυτά που συνεχώς σου παράγγελνα, θεωρώντας τα ως βασικές αρχές του καλώς ζην.
Ας μην προσποιούμαστε ότι φιλοσοφούμε, μα να φιλοσοφούμε πραγματικά. Δεν έχουμε ανάγκη να φαινόμαστε υγιείς αλλά να είμαστε στ’ αλήθεια υγιείς.

Στις άλλες ασχολίες, ο καρπός των προσπαθειών έρχεται αφού αυτές ολοκληρωθούν. Ενώ στη φιλοσοφία, η ευχαρίστηση πάει χέρι-χέρι με τη γνώση: η απόλαυση δεν έρχεται μετά τη μάθηση-είναι ταυτόχρονες.

Όταν καταγίνομαι με τη φυσική φιλοσοφία, προτιμώ να μιλώ με παρρησία γι’αυτά που ωφελούν την ανθρωπότητα, έστω κι αν μοιάζω να λέω χρησμούς ακατανόητους, παρά να συμβιβάζομαι με την κοινή γνώμη και να δέχομαι τον έπαινο που ο πολύς ο κόσμος σκορπά τόσο σπάταλα.

Να γελάμε και να φιλοσοφούμε ταυτόχρονα και να φροντίζουμε το νοικοκυριό μας και να χειριζόμαστε τις ιδιωτικές μας υποθέσεις χωρίς να πάψουμε να κηρύσσουμε τα διδάγματα της ορθής φιλοσοφίας.
Στη θεωρητική συζήτηση κερδισμένος βγαίνει ο ηττημένος, εφ’ όσον κάτι έμαθε παραπάνω.

Ποτέ δεν επιθύμησα να γίνω αρεστός στους πολλούς. Αφ’ενός, δεν κάθησα να μάθω τί αρέσει στους πολλούς-κι αφ’ ετέρου, τα όσα ήξερα εγώ βρίσκονταν μακριά από τη δική τους αντίληψη.

Η φιλοσοφία της φύσης δεν φτιάχνει ανθρώπους αλαζόνες ή φαφλατάδες ή άτομα που κάνουν επίδειξη γνώσεων περιζήτητων στον πολύ τον κόσμο-αντίθετα, φτιάχνει ανθρώπους αξιοπρεπείς και αυτάρκεις, και περήφανους για τα αγαθά της ίδιας της προσωπικότητάς τους κι όχι για τα υπάρχοντά τους.