Ετικέτα: ποίηση

Nazhim Hikmet «5 October of 1945»

Με αφορμή την επέτειο το θανάτου του Ναζίμ Χικμέτ στις 3 Ιουνίου δημοσιεύω ένα από τα πιο όμορφα ποίημα που έγραψε κατά την προσωπική μου γνώμη (από την ποιητική του συλλογή «Τα ποιήματα των 9-10μμ) :

«Ξέρουμε κι οι δυο, αγαπημένη,

μας έμαθαν:

να πεινάμε, να κρυώνουμε

να πεθαίνουμε στην κούραση

και να ζούμε μακριά ο ένας απ’τον άλλον.

Δε μας ανάγκασαν ακόμα να σκοτώσουμε

και δε μας σκότωσαν ακόμα.

Ξέρουμε κι οι δυο, αγαπημένη,

μπορούμε να μάθουμε στους άλλους:

ν’αγωνίζονται για τους ανθρώπους

και κάθε μέρα λίγο πιο βαθιά

λίγο πιο ωραία,

ν’ αγαπάνε..»

«Η Διορία του Nέρωνος», Καβάφης

Ένα ποίημα αφιερωμένο στον Κέρβερο που κυβερνά την Ελλάδα:

Δεν ανησύχησεν ο Νέρων όταν άκουσε
του Δελφικού Μαντείου τον χρησμό.
«Τα εβδομήντα τρία χρόνια να φοβάται.»
Είχε καιρόν ακόμη να χαρεί.
Τριάντα χρονώ είναι. Πολύ αρκετή
είν’ η διορία που ο θεός τον δίδει
για να φροντίσει για τους μέλλοντας κινδύνους.

Τώρα στην Pώμη θα επιστρέψει κουρασμένος λίγο,
αλλά εξαίσια κουρασμένος από το ταξείδι αυτό,
που ήταν όλο μέρες απολαύσεως —
στα θέατρα, στους κήπους, στα γυμνάσια …
Των πόλεων της Aχαΐας εσπέρες …
A των γυμνών σωμάτων η ηδονή προ πάντων …

Aυτά ο Νέρων. Και στην Ισπανία ο Γάλβας
κρυφά το στράτευμά του συναθροίζει και το ασκεί,
ο γέροντας ο εβδομήντα τριώ χρονώ. »

..Και ο νοών νοείτω

Mια σακούλα καραμέλες..

Ακολουθεί ένα υπέροχο ποίημα του Mario de Andrade (Ποιητή, συγγραφέα,δοκιμιογράφο και μουσικολόγο από τη Βραζιλία) .

«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα,
ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής  απ’ ότι έχω ζήσει έως τώρα..
Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες:

Τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.

 Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται,
καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί,
γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.

Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη
χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.

Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.
Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί.
Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.

Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους
για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.

Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα
μεγαλοπρεπές αξίωμα. Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το
περιεχόμενο… μετά βίας για την επικεφαλίδα.

Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες.

Θέλω την ουσία,  η ψυχή μου βιάζεται…

 

Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα…

Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.
Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους
Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.
Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.
Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια
Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια
και την ειλικρίνεια.

Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.
Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά
των ανθρώπων…
Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως
μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.

Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η
ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.
Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου
απομένουν…

Είμαι  σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ’ όσες
έχω ήδη φάει.

Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με
τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου…»

 

Καλή χρονιά!

Αντί ευχών θα ήθελα να κλείσω την φετινή χρονιά με λίγους από τους στίχους του Χαλίλ Γκιμπράν από το βιβλίο «Ο προφήτης- Ο κήπος του Προφήτη».

Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την, Μ’ όλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα.

Κι όταν τα φτερά της σ’ αγκαλιάσουν,παραδώσου, μ’ όλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο

ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει.

Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψέ την, μ’ όλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρά

σου σαν το βοριά που ερημώνει τον κήπο.

Γιατί, όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει.

Κι όπως είναι για το μεγάλωμά σου, είναι και για το κλάδεμά σου.

Κι όπως ανεβαίνει ως την κορφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου

που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο,

έτσι κατεβαίνει κι ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλλησή τους στο χώμα.

Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της.

Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχιάσει.

Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου.

Σε αλέθει για να σε λευκάνει. Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός.

Όλα αυτά θα σου κάνει η αγάπη για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς

σου,και με τη γνώση αυτή να γίνεις κομμάτι της καρδιάς της ζωής.

Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο την ησυχία της αγάπης και την ευχαρίστηση

της αγάπης,τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια σου και να βγεις

έξω από  το αλώνι της αγάπης.

Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου,

και θα κλαις, αλλά  όχι με όλα τα δάκρυά σου.

Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία έκτος από την εκπλήρωσή της.

Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες,  ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου:

– Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα.

– Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας.

– Να πληγωθείς από την  ίδια τη γνώση σου της αγάπης.

– Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα. Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να

πετάξει και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης.

– Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την  έκσταση της αγάπης.

– Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο μ’ ευγνωμοσύνη στην καρδιά.

Καλή χρονιά σε όλους μας!

Μ’ αρέσει άμα σωπαίνεις- Me gusta cuando callas (Pablo Neruda)

Μ’ αρέσει άμα σωπαίνεις
Πάμπλο Νερούδα (μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής)

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν σε φτάνει.
Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας
κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται,
στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει.

Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μες απ’ τα πράγματα,
ποτισμένη απ’ τη δική μου ψυχή.
Του ονείρου πεταλούδα, της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,
σαν όπως μοιάζεις και στη λέξη μελαγχολία, καθώς ηχεί.

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτιά.
Κι άμα κλαις μου αρέσεις,
απ’ την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ’ αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας
μες τη δική σου σιωπή.

Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή
τη δικιά σου
που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων
και που λάμπει σαν αστραπή.
Είσαι όμοια με την νύχτα, αγάπη μου,
η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.
Απόμακρη και τόση δα και απ’ τα αστέρια φτιαγμένη
είναι η δικιά σου σιωπή.

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.
Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα.
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο – μου αρκεί
για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.

Me gustas cuando callas porque estás como ausente,
y me oyes desde lejos, y mi voz no te toca.
Parece que los ojos se te hubieran volado
y parece que un beso te cerrara la boca.
.
Como todas las cosas están llenas de mi alma
emerges de las cosas, llena del alma mía.
Mariposa de sueño, te pareces a mi alma,
y te pareces a la palabra melancolía.
.
Me gustas cuando callas y estás como distante.
Y estás como quejándote, mariposa en arrullo.
Y me oyes desde lejos, y mi voz no te alcanza:
Déjame que me calle con el silencio tuyo.
.
Déjame que te hable también con tu silencio
claro como una lámpara, simple como un anillo.
Eres como la noche, callada y constelada.
Tu silencio es de estrella, tan lejano y sencillo.
.
Me gustas cuando callas porque estás como ausente.
Distante y dolorosa como si hubieras muerto.
Una palabra entonces, una sonrisa bastan.
Y estoy alegre, alegre de que no sea cierto.

I Like for You to be Still

I like you when you are quiet because it is as though you are absent,
and you hear me from far away, and my voice does not touch you.
It looks as though your eyes had flown away
and it looks as if a kiss had sealed your mouth.

Like all things are full of my soul
You emerge from the things, full of my soul.
Dream butterfly, you look like my soul,
and you look like a melancoly word.

I like you when you are quiet and it is as though you are distant.
It is as though you are complaining, butterfly in lullaby.
And you hear me from far away, and my voice does not reach you:
let me fall quiet with your own silence.

Let me also speak to you with your silence
Clear like a lamp, simple like a ring.
You are like the night, quiet and constellated.
Your silence is of a star, so far away and solitary.

I like you when you are quiet because it is as though you are absent.
Distant and painful as if you had died.
A word then, a smile is enough.
And I am happy, happy that it is not true.

Μπαλάντα για την έγκριση του Κόσμου (Μπρεχτ)

Δεν είμαι άδικος, μα ούτε και τολμηρός
και να που σήμερα μου δείξανε τον κόσμο τους
μόνο το ματωμένο δάκτυλό τους είδα μπρος
και είπα ευθύς: «μ’αρέσει ο νόμος τους»

Τον κόσμο αντίκρυσα μέσ’απ’ τα ρόπαλά τους
Στάθηκα κι είδα, ολημερίς με προσοχή.
Είδα χασάπηδες που ήταν ξεφτέρια στη δουλειά τους.
και σαν με ρώτησαν «σε διασκεδάζει;» είπα «πολύ»!

Κι από την ώρα εκείνη, λέω «ναι» σε όλα,
κάλλιο δειλός, παρά νεκρός να μείνω.
Για να μη με τυλίξουνε σε καμιά κόλλα,
ό,τι κανένας δεν εγκρίνει το εγκρίνω

Φονιάδες είδα, κι είδα πλήθος θύματα,
μου λείπει θάρρος, μα όχι και συμπόνια
Και φώναξα, βλέποντας τόσα μνήματα:
«καλά τους κάνουν -για του έθνους την ομόνοια!»

Να φτάνουν είδα δολοφόνων στρατιές
κι ήθελα να φωνάξω «σταματήστε!»
Μα ξέροντας πως κρυφοκοίταζε ο χαφιές,
μ’άκουσα να φωνάζω: «Ζήτω!Προχωρήστε!»

Δε μου αρέσει η φτήνια και η κακομοιριά
Γι’αυτό κι έχει στερέψει η έμπνευσή μου.
Αλλά στου βρώμικού σας κόσμου τη βρωμιά
ταιριάζει, βέβαια-το ξέρω-κι η έγκρισή μου

Σείς που περνάτε ανάμεσα στα λόγια τα εφήμερα -Μαχμούντ Νταρβίς

Ένα απίστευτης ομορφιάς ποίημα είναι το παρακάτω, γραμμένο από τον παλαιστίνιο ποιητή Μαχμούντ Νταρβίς που αναφέρεται στην ισραηλινή κατοχή. Εγώ θα έλεγα πως αυτό το τραγούδι ταιριάζει και στους 300 υπηρέτες  του κοινοβουλίου που θεωρούν εαυτούς τους ως δικτατορίσκους που δικαιούνται βουλευτικής ασυλίας για να ασελγούν πάνω στο σώμα της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης και της ηθικής..

«..Σείς που περνάτε ανάμεσα στα λόγια τα εφήμερα

πάρτε τα ονόματα σας και και φευγάτε

πάρτε τις ώρες σας από το χρόνο μας

αποσπάστε ό,τι θέλετε

απο το γαλάζιο τ’ουρανού κι από την άμμο της μνήμης

Πάρτε όποια φωτογραφία θέλετε, για να ξέρετε

ότι πια δε θα ξέρετε πώς οι πέτρες της γης μας

χτίζουν τη στέγη τ’ουρανού


Σεις που περνάτε μεσα από τις εφήμερες κουβέντες

βάζετε το ξίφος, εμείς το αίμα

βάζετε το σίδερο και τη φωτιά, εμείς τη σάρκα

βάζετε ένα άρμα, εμείς τις πέτρες

βάζετε τα δακρυγόνα, εμείς τη βροχή

Μα ο ουρανός και ο αέρας

είναι τα ίδια για σας και για μας

Πάρτε λοιπόν τον κλήρο σας από το αίμα μας, και φευγάτε

πηγαίνετε να φάτε, να γιορτάσετε, να χορέψετε, κι απέ φευγάτε

εμείς, θα κρατήσουμε τα ρόδα των μαρτύρων

θα ζήσουμε όπως θέλουμε


Σείς που περνάτε ανάμεσα απ’τα λόγια τα εφήμερα,

σαν την πικρή σκόνη, περάστε απ’όπου θέλετε μα μην περάσετε ανάμεσό μας σαν τα φτερωτά έντομα,

θέλει δουλειά η γη μας

θέλει καλλιέργεια το στάρι

θέλει να ποτιστεί απ’τη δροσιά των σωμάτων μας

Έχουμε εδώ κείνο που δε σας σηκώνει

πέτρες και πέρδικες

Πάρτε λοιπόν το παρελθόν και σύρτε το

στα παλιατζίδικα

στήστε ξανά το σκελετό με το λοφίο

πάνω σ’ένα δίσκο από πορσελάνη

Έχουμε κείνο που δε σας σηκώνει

έχουμε μέλλον

και θέλει ακόμα πολλή δουλειά ο τόπος μας


Σείς που περνάτε ανάμεσα στα λόγια τα εφήμερα

στριμώξτε τις ψευδαισθήσεις σας μες σ’ένα εγκατειλημμένο λάκκο, και φευγάτε

γυρίστε τους δείκτες του χρόνου στη νομιμότητα του χρυσού μόσχου*

ή στη μουσική κλαγγή του περιστρόφου

έχουμε εκείνο που εδώ δε σας σηκώνει, φευγάτε,

έχουμε εκείνο που δε σας ανήκει:

μια πατρίδα που αιμορραγεί, ένα λαό που αιμορραγεί

μια πατρίδα χρήσιμη στη μνήμη και στη λήθη


Σείς που περνάτε ανάμεσα απ’τα λόγια τα εφήμερα

είναι καιρός να φύγετε

και να εγκατασταθείτε όπου επιθυμείτε

– μην εγκατασταθείτε όμως ανάμεσά μας

Είναι καιρός να φύγετε

και να πεθάνετε όπου επιθυμείτε

– μην πεθάνετε όμως ανάμεσά μας

θέλει ακόμα πολλή δουλειά η γη μας

έχουμε εδώ το παρελθόν

τη φωνή που εγκαινιάζει τη ζωή,

κι έχουμε ακόμα το παρόν, παρόν και μέλλον

έχουμε το εδώ και το επέκεινα

Άντε λοιπόν, φευγάτε από τη γη μας,

τη στέρεα γη μας, τη θάλασσά μας

από το στάρι μας, τ’αλάτι μας, απ’την πληγή μας,

απ’όλα, φευγάτε

απ’τα ενθύμια της μνήμης

ω! εσείς που περνάτε ανάμεσα απ’τα λόγια τα εφήμερα.. »

________________________________________________________

πηγή: http://indy.gr/library/ma3c7moyn-ntarbis-seis-poy-pernate-anamesa-sta-logia-ta-efmera