Ετικέτα: Επίκουρος

Φιλοσοφία και καθημερινή ζωή – Επίκουρος

Μάταιος είναι ο φιλοσοφικός λόγος που δεν θεραπεύει κανένα ανθρώπινο πάθος, ακριβώς όπως η ιατρική δεν ωφελεί παρά μόνο σαν θεραπεύει τις αρρώστιες του σώματος, έτσι και η φιλοσοφία δεν προσφέρει τίποτε αν δεν απαλλάσει την ψυχή από τα πάθη της.

Όσο είναι κανείς νέος αν μην αναβάλλει για το μέλλον τη φιλοσοφία, μα κι όταν γεράσει ας μη βαριέται να φιλοσοφεί. Γιατί για κανέναν δεν είναι ποτέ νωρίς και ποτέ αργά για ό,τι έχει να κάνει με την υγεία της ψυχής του.Κι όποιος λέει πως δεν ήρθε ακόμα η ώρα για φιλοσοφία ή ότι πέρασε πια ο καιρός, μοιάζει με άνθρωπο που λέει πως δεν είναι ώρα τώρα για την ευτυχία ή πως δεν έμεινε πια καιρός γι’αυτήν. Πρέπει λοιπόν, να φιλοσοφεί και ο γέρος και ο νέος:ο ένας ώστε καθώς γερνά, να νιώθει νέος μες στα αγαθά που του προσφέρει η χάρη των περασμένων, ενώ ο άλλος, αν και νέος, να είναι συνάμα και ώριμος αφού δεν θα’χει αγωνία για το αύριο.

Χρειάζεται λοιπόν να στοχαζόμαστε τα όσα φέρνουν την ευδαιμονία, αφού όταν την έχουμε, έχουμε τα πάντα, κι όταν τη στερούμαστε κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε.
Να πράττεις και να μελετάς αυτά που συνεχώς σου παράγγελνα, θεωρώντας τα ως βασικές αρχές του καλώς ζην.
Ας μην προσποιούμαστε ότι φιλοσοφούμε, μα να φιλοσοφούμε πραγματικά. Δεν έχουμε ανάγκη να φαινόμαστε υγιείς αλλά να είμαστε στ’ αλήθεια υγιείς.

Στις άλλες ασχολίες, ο καρπός των προσπαθειών έρχεται αφού αυτές ολοκληρωθούν. Ενώ στη φιλοσοφία, η ευχαρίστηση πάει χέρι-χέρι με τη γνώση: η απόλαυση δεν έρχεται μετά τη μάθηση-είναι ταυτόχρονες.

Όταν καταγίνομαι με τη φυσική φιλοσοφία, προτιμώ να μιλώ με παρρησία γι’αυτά που ωφελούν την ανθρωπότητα, έστω κι αν μοιάζω να λέω χρησμούς ακατανόητους, παρά να συμβιβάζομαι με την κοινή γνώμη και να δέχομαι τον έπαινο που ο πολύς ο κόσμος σκορπά τόσο σπάταλα.

Να γελάμε και να φιλοσοφούμε ταυτόχρονα και να φροντίζουμε το νοικοκυριό μας και να χειριζόμαστε τις ιδιωτικές μας υποθέσεις χωρίς να πάψουμε να κηρύσσουμε τα διδάγματα της ορθής φιλοσοφίας.
Στη θεωρητική συζήτηση κερδισμένος βγαίνει ο ηττημένος, εφ’ όσον κάτι έμαθε παραπάνω.

Ποτέ δεν επιθύμησα να γίνω αρεστός στους πολλούς. Αφ’ενός, δεν κάθησα να μάθω τί αρέσει στους πολλούς-κι αφ’ ετέρου, τα όσα ήξερα εγώ βρίσκονταν μακριά από τη δική τους αντίληψη.

Η φιλοσοφία της φύσης δεν φτιάχνει ανθρώπους αλαζόνες ή φαφλατάδες ή άτομα που κάνουν επίδειξη γνώσεων περιζήτητων στον πολύ τον κόσμο-αντίθετα, φτιάχνει ανθρώπους αξιοπρεπείς και αυτάρκεις, και περήφανους για τα αγαθά της ίδιας της προσωπικότητάς τους κι όχι για τα υπάρχοντά τους.

Advertisements

Περί Επικούρειας Ηδονής

Η απλή αναφορά της λέξης «ηδονή», προκαλεί σε πολλούς αντιδράσεις αγανάκτησης( οργής ή και περιφρόνησης. Πιθανόν να σκέπτονται πώς είναι δυνατόν μια ολόκληρη φιλοσοφική σχολή να θεμελιώνει τα διδάγματά της επάνω σε μια έννοια τόσο ευτελή, όσο η ηδονή.
Εάν το καλοσκεφτούμε όμως θα δούμε ότι η έννοια της ηδονής δεν είναι τόσο ευτελής, εφόσον για χάρη της ηδονής συνουσιάστηκαν οι γονείς μας και ήρθαμε εμείς στη ζωή, για χάρη της ηδονής απολαμβάνουμε την πόση και την βρώση και παραμένουμε στη ζωή, για χάρη της ηδονής απορρίπτουμε από το σώμα μας όσες ουσίες δεν μας είναι πλέον χρήσιμες και για χάρη της ηδονής συνευρισκόμαστε διαρκώς, αντλώντας ψυχική ηρεμία, σωματική ευεξία και διατηρώντας συνάμα ανοικτή την προοπτική της αναπαραγωγής μας. Είμαστε όλοι δηλαδή, είτε το θέλουμε είτε όχι «όργανα ηδονής» της Μητέρας Φύσης, η οποία χάρη στην ηδονή μας επιβάλλει τη θέλησή Της και τουλάχιστον ανόητος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί όποιος αντιδρά στη βούληση της Μεγάλης Μητέρας, διότι είμαστε γεννήματα και τμήματα της Φύσης.
Εκτιμώντας λοιπόν οι πρόγονοί μας τη συμβολή της ηδονής στον ανθρώπινο βίο, την φαντάστηκαν ως κόρη του Έρωτα και της Ψυχής και συνέθεσαν μάλιστα εκείνον τον περίφημο αττικό μύθο στον οποίο παραπέμπουμε κάθε ενδιαφερόμενο, για να παρακολουθήσει το κάλεσμα του Έρωτα, τις περιπέτειες της Ψυχής, τον θάνατο και την ανάστασή της και τέλος τη γέννηση της μονάκριβης και πεντάμορφης θυγατέρας τους, της Θεάς Ηδονής.
Ο δάσκαλός μας ο Επίκουρος ανέδειξε την ηδονή ως σκοπό της ζωής και θεμελίωμα της φιλοσοφίας του και την όρισε ως εξής:

ΟΤΑΝ ΟΥΝ ΛΕΓΩΜΕΝ ΗΔΟΝΗΝ ΤΕΛΟΣ ΥΠΑΡΧΕΙΝ,
ΟΥ ΤΑΣ ΤΩΝ ΑΣΩΤΩΝ ΗΔΟΝΑΣ,
ΚΑΙ ΤΑΣ ΕΝ ΑΠΟΛΑΥΣΕΙ ΚΕΙΜΕΝΑΣ ΛΕΓΟΜΕΝ,
ΩΣ ΤΙΝΕΣ ΑΓΝΟΟΟΥΝΤΕΣ ΚΑΙ ΟΥΧ ΟΜΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ,
Ή ΚΑΚΩΣ ΕΚΔΕΧΟΜΕΝΟΙ ΝΟΜΙΖΟΥΣΙΝ,
ΑΛΛΑ ΤΟ ΜΗΤΕ ΑΛΓΕΙΝ ΚΑΤΑ ΣΩΜΑ,
ΜΗΤΕ ΤΑΡΑΤΤΕΣΘΑΙ ΚΑΤΑ ΨΥΧΗΝ.

Πού σημαίνει:

Όταν λέμε ότι ο σκοπός είναι η ηδονή,
Δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων,
Και αυτές που βρίσκονται μέσα στις απολαύσεις
Όπως νομίζουν μερικοί που το αγνοούν και δεν το παραδέχονται
Ή είναι κακώς πληροφορημένοι
αλλά να μην πονάει το σώμα
και να μην ταράζεται η ψυχή

Εμείς λοιπόν οι Επικούρειοι, οι λάτρεις της Ηδονής, φροντίζουμε στο μέτρο του δυνατού να μην πονάει το σώμα μας και να μην ταράζεται η ψυχή μας, κι έτσι είμαστε σε θέση να απολαμβάνουμε τη χαρά της Ζωής. Κι αυτή ακριβώς η χαρά είναι η επικούρεια Ηδονή.
Βεβαίως η επικούρεια διδασκαλία δεν αποκλείει καμία άλλη έννοια του όρους ηδονή, αρκεί ωστόσο να μην προκαλεί πόνο στο σώμα και φόβο στην ψυχή. Διότι η χειρότερη συμφορά του σώματος είναι ο πόνος και το χειρότερο πάθος της ψυχής είναι ο φόβος.

___________________________________________________________________________________________________________

Πηγή: Μάριος Βερέττας

Η φιλία και ο έρωτας κατά τον Επίκουρο

Οι φίλοι και η φιλοσοφία είναι οι δύο μεγαλύτεροι πόροι, που θα μας επιτρέψουν να ζήσουμε τη ζωή με σιγουριά και δίχως άγχος. Κι ίσως το καλύτερο απ’ όλα θα ήταν να είχαμε φίλους με τους οποίους να μοιραζόμασταν την επικούρεια φιλοσοφία μας, πολλοί επικούρειοι ζούσαν σε μικρές επικούρειες κοινότητες, όπως οι μαθητές του Πυθαγόρα σε παλιότερους καιρούς.

Αυτές οι κοινότητες είχαν ως πρότυπό τους τον Κήπο που ίδρυσε ο Επίκουρος σ’ένα προάστιο της Αθήνας. Λίγα πράγματα ξέρουμε για την οργάνωση αυτών των κοινοτήτων, πέρα από το ότι δεν απαιτούσαν από τα μέλη να προσφέρουν την περιουσία τους (σε αντίθεση με τους πυθαγόρειους και κάποιες σύγχρονες θρησκευτικές οργανώσεις και μοναστήρια), και το ότι γίνονταν σ’αυτές κανονικά μαθήματα και συζητήσεις πάνω στην επικούρεια φιλοσοφία.

Στις κοινότητες αυτές, οι δούλοι και οι γυναίκες ήταν πρόσωπα ισότιμα με τους άρρενες πολίτες, πράγμα που ξέφευγε κατά πολύ από τα καθιερωμένα κοινωνικά πρότυπα της εποχής, ο Επίκουρος πίστευε ότι οι ταπεινής καταγωγής άνθρωποι ήταν σε θέση να καταλάβουν και να επωφεληθούν από τη φιλοσοφία του όσο και οι μορφωμένοι, ακόμα κι απ’ αυτήν την άποψη, ο επικουρισμός βρισκόταν μπροστά από την εποχή του.

Το γεγονός ότι υπήρχαν γυναίκες μέλη, στάθηκε αφορμή να διαδοθούν από εχθρικά πρόσωπα σκανδαλώδεις φήμες, ότι ο Κήπος ήταν τόπος ακατάπαυστων οργίων και γλεντιών, φήμες που προφανώς ενισχύθηκαν από τη θέση του Επίκουρου ότι η σωματική ηδονή είναι η πρωταρχική και βασική μορφή ηδονής. Όμως ο Επίκουρος πίστευε στο γάμο και στην οικογένεια, για όσους ήταν προετοιμασμένοι για τέτοιες ευθύνες, και αποδοκίμαζε τον σεξουαλικό έρωτα, διότι παγιδεύει τον εραστή μέσα σ’ένα κουβάρι περιττών αναγκών και τρωτών συναισθηματικών καταστάσεων. Το τυπικό μοντέλο: αρχικά πόθος, μετά ξεμυάλισμα, στη συνέχεια εκπλήρωση και τέλος ζήλεια ή πλήξη. Σ’αυτή την ανέανα επαναλαμβανόμενη ιστορία, πέρα από την ίδια την ερωτική πράξη δεν υπάρχει παρά η ανησυχία και η κατάπτωση. Ο Επίκουρος θεωρούσε το σεξ ως μία μη αναγκαία ηδονή που ποτέ δεν πρόσφερε πραγματικό όφελος σε κανέναν -…»και να ‘μαστε κι ευχαριστημένοι αν δεν μας βλάψει κιόλας«! Η ερωτική πράξη από μόνη της δεν έχει τίποτα το επιλήψιμο, όμως πολύ πιο σημαντική από το σεξ ή τον έρωτα είναι η φιλία, που «χορεύει ολόγυρα στην οικουμένη καλώντας μας να ξυπνήσουμε για χάρη της ευτυχίας«.

Περί Θανάτου – Επίκουρος και Dawkins

..Μη σε στεναχωρεί ο θάνατος. Όσο είσαι ζωντανός δεν έχεις σχέση μ’αυτόν, μα κι όταν πεθάνεις, πάλι δεν έχεις να κάνεις μ’αυτόν, διότι τότε δεν θα’χεις να κάνεις με τίποτα.

«Ενα τίποτα είναι για μας ο θάνατος» λέει ο Επίκουρος, γιατί «όταν υπάρχουμε εμείς, ο θάνατος είναι απών, και όταν ο θάνατος είναι παρών, δεν υπάρχουμε εμείς». Ο θάνατος είναι πάντοτε άσχετος μ’εμάς αν και προκαλεί μεγάλη στενοχώρια σε πολλούς ανθρώπους για μεγάλο διάστημα της ζωής τους. Η έγνοια του θανάτου καλύπτει σαν πέπλο την εμπειρία της ζωής, είτε γιατί οι άνθρωποι προσβλέπουν σε μετά θάνατο ζωή και τρομοκρατούνται και εξευτελίζονται προκειμένου να κερδίσουν την εύνοια του Θεού, που θα μπορούσε κάλλιστα να τους τιμωρήσει για τις κακές τους πράξεις, είτε γιατί λυπούνται και τρομάζουν με την ιδέα ότι δεν θα υπάρχουν μετά το θάνατό τους.

Όμως δεν υπάρχουν θεοί που να μας απειλούν, μα ακόμα και να υπήρχαν, εμείς δεν θα είμασταν παρόντες για να μας τιμωρήσουν. Η ψυχή μας είναι ένα λεπτό πράγμα που διαλύεται όταν πεθαίνουμε, μα ακόμα κι αν το υλικό της ήταν τέτοιο που να επιβιώνει άθικτο, αυτό για μας πάλι δεν θα σήμαινε τίποτα, γιατί ό,τι έχει σημασία είναι η συνέχεια του βιώματος, η οποία όμως διαρρηγνύεται με τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα. Είναι παράλογο να φοβάσαι την μη ύπαρξή σου, τη στιγμή που ήδη ξέρεις πώς είναι το να μην υπάρχεις, σκέψου την εποχή που δεν είχες ακόμα γεννηθεί: ήταν τόσο απαράδεκτη η ανυπαρξία σου; Είναι μεγάλο μπέρδεμα το να στεναχωριέσαι για τη θνητότητά σου, κι είναι αχαριστία να αγανακτάς με τους περιορισμούς της ζωής, σαν άπληστος συνδαιτυμόνας που έχει την απαίτηση να του σερβίρουν πιάτα επ’ αόριστον και αρνείται να σηκωθεί από το τραπέζι. (1)

________________________________________

Όλοι μας θα πεθάνουμε κι αυτό μας κάνει πολύ τυχερούς. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα πεθάνουν ποτέ, διότι δεν πρόκειται ποτέ να γεννηθούν. Ο αριθμός των ανθρώπων που θα μπορούσαν δυνητικά να βρίσκονται στη θέση μου, αλλά που στην πραγματικότητα δεν θα δουν ποτέ το φως της μέρας, είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των κόκκων της άμμου της Αραβίας. Προφανώς σ’αυτές τις αγέννητες ψυχές συγκαταλέγονται ποιητές μεγαλύτεροι από τον Κιτς και επιστήμονες σημαντικότεροι από το Νεύτωνα. Αυτό το γνωρίζουμε διότι ο συνδυασμός πιθανών ανθρώπων, των οποίων την ύπαρξη επιτρέπει το DNA μας, υπερβαίνει μαζικά τον αριθμό των πραγματικών ανθρώπων. Εσείς κι εγώ βρισκόμαστε εδώ ως κοινοί θνητοί στα δόντια τέτοιων εκπληκτικών αριθμών.
Η κλωστή των ιστορικών γεγονότων από τα οποία κρέμεται η ύπαρξή μας είναι απίστευτα λεπτή.

«Αν συγκριθεί με την άγνωστη σε μας χρονική διάρκεια, ω Βασιλιά, η τωρινή ζωή των ανθρώπων στη γη μοιάζει με το πέταγμα ενός σπουργιτιού μέσα στην αίθουσα όπου κάθεστε το χειμώνα με τους λοχαγούς και τους υπουργούς σας. Μπαίνοντας από μια πόρτα και βγαίνοντας από μια άλλη προστατεύεται από τη χειμωνιάτικη θύελλα όσο βρίσκεται εντός. Αλλά αυτό το σύντομο διάστημα ηρεμίας τελειώνει σε μια στιγμή και το σπουργίτι επιστρέφει στο χειμώνα απ’όπου ήρθε, και χάνεται απ’ τα μάτια σας. η ζωή του ανθρώπου είναι παρόμοια, το τί έπεται ή το τί προηγήθηκε, δεν το γνωρίζουμε καθόλου..» (The Venerable Bede, A History of the English Church and People)

Μετά από ύπνο εκατομμυρίων αιώνων ανοίξαμε τα μάτια μας σε ένα λαμπρό πλανήτη με λαμπερά χρώματα, που σφύζει από ζωή. Μέσα σε λίγες δεκαετίες πρέπει να κλείσουμε τα μάτια μας και πάλι. Δεν είναι άραγε ευγενής και φωτισμένος τρόπος να περνάμε το λίγο χρόνο μας κάτω από τον ήλιο στο να εργαζόμαστε για την κατανόηση του σύμπαντος και του πώς έτυχε να ξυπνήσουμε μέσα του;Αυτή είναι η απάντησή μου όταν με ρωτούν-πράγμα που συμβαίνει εκπληκτικά συχνά- γιατί κάνω τον κόπο να ξυπνήσω το πρωί. Ας το θέσω διαφορετικά: δεν είναι λυπηρό να καταλήξεις στον τάφο σου χωρίς ποτέ να αναρωτηθείς γιατί γεννήθηκες; Σ’ αυτή τη σκέψη ποιός δεν θα πεταγόταν απ’ το κρεβάτι πρόθυμος να συνεχίσει την ανακάλυψη του κόσμου και χαρούμενος που αποτελεί μέρος του;
Η Κάθλιν Ρέιν ποιήτρια και καθηγήτρια φυσικών επιστημών στο Κέμπριτζ, ειδικευμένη στη Βιολογία βρήκε σχετική παρηγοριά σαν νέα γυναίκα δυστυχισμένη στον έρωτα και ψάχνοντας απεγνωσμένα για ανακούφιση από τη λύπη:

Τότε ο ουρανός μου μίλησε με καθαρή λαλιά,
γνώριμη στην καρδιά, σαν την αγάπη κοντινά.
Ο ουρανός είπε στην ψυχή μου: «Έχεις εκείνο που ποθείς!»

——–
Να ξέρεις πως γεννήθηκες μαζί,
με σύννεφα ανέμους, άστρα και αεικίνητες θάλασσες,
και κατοίκους των δασών. Η φύση σου είναι αυτή…

———
Ύψωσε την καρδιά σου άφοβη ξανά,
κοιμήσου στον τάφο ή ανάπνευσε το ζωντανό αέρα,
μοιράζεσαι τον κόσμο αυτόν με το άνθος και την τίγρη..»
Passion (1943)

__________________________________________________

(1) Επίκουρος – Κείμενα πηγές της επικούρειας φιλοσοφίας και τέχνης του ζην

(2) Richard Dawkins – Υφαίνοντας το Ουράνιο Τόξο

Ιδεαλισμός και Υλισμός – Οι αντιμαχόμενες θεωρίες του Πλάτωνα και Επίκουρου

Πλάτων και Επίκουρος είναι οι δύο πόλοι της συναισθηματικής και διανοητικής ζωής, η πιο βαθιά ριζωμένη στην ανθρώπινη φύση αντίθεση, καθρέφτισμα της οικονομικής και κοινωνικής αντίθεσης. Ο Πλάτων είναι ο τυπικός αντιπρόσωπος του ιδεαλισμού, ο Επίκουρος του συστηματικότερου υλισμού που γνώρισε η Αρχαιότητα. Η αντίθεση είναι χαρακτηριστική για την ζωή και την κίνηση των ιδεών, για την ιστορία της φιλοσοφίας, που είναι η πάλη του ιδεαλισμού και του υλισμού. Η πρώτη, η παλαιότερη και πρωτογονότερη θεώρηση του κόσμου, είναι η ιδεαλιστική.

«Γεννιόμαστε πλατωνικοί«

είπε ο Μπερξόν – από αφορμές, πάει να πει, οικονομικο-κοινωνικές και από πλάνη ψυχοφυσική κλίνουμε στις εύκολες λύσεις, στη φυγή και το ευχάριστο ξεγέλασμα.

κεφαλή του Επίκουρου, Μητροπολιτικό Μουσείο Ν�ας Υόρκης
κεφαλή του Επίκουρου, Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης

Ο Επίκουρος είπε το μεγάλο veto στις πλάνες αυτές, ένα γόνιμο σε συνέπειες ceterum censeo(1) στις αντιλήψεις που είχαν κληρονομηθεί από παλαιότερους καιρούς, από τη μυθοπλασία των χρόνων της αγροτικής οικονομίας, από Πυθαγόρα και Ελεάτες. Άλλες είχαν γεννηθεί σαν νεοπλάσματα στο αντιδραστικό και αρρωστιάρικο κλίμα του 4ου αιώνα με εκπροσώπους τον Πλάτωνα και συνέχεια του τον Αριστοτέλη, τους Στωικούς και τους Σκεπτικούς, που κι αυτοί είπαν το λογάκι τους για να θολώσουν τα νερά.
Από τη σκοπιά που στάθηκε ο Επίκουρος, κόσμος και ανθρώπινη ζωή, οι αξίες που δημιούργησε η ελληνική παιδεία, πρόβαλλαν μέσα σε διαφορετικό φως, κι η χιλιολάτρευτη αρχαιότητα πήρε διαφορετικό νόημα και αξιολόγηση κι έδειξε πλευρές και αποχρώσεις διαφορετικές από εκείνες που εξακολουθούν να βλέπουν ακόμα και σήμερα οι ανιδέαστοι λατρευτές της.
Οι κληρονόμοι. Ανάμεσα στην αρχαιότητα και το νεότερο άνθρωπο στάθηκαν οι ελληνιστικοί χρόνοι, οι χρόνοι της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ο Μεσαίωνας που στην ουσία σύρθηκε ως τα χρόνια του Διαφωτισμού και της αστικής δημοκρατίας και που κατά ένα τρόπο συνεχίζεται κάτω από τα μάτια μας. Σ’ όλη αυτή τη μακρόσυρτη διαδρομή, που η ζήση ξαναβύθισε στην αγροτική οικονομία και στην απολυταρχία και ο νους στη θολούρα του μύθου, οι άνθρωποι αγάπησαν και είδαν στην αρχαιότητα τη θρησκευτική και μυθική της πλευρά.

Η αξιολόγηση αυτή πήρε τη σχηματική της διαμόρφωση στα ελληνιστικά κιόλας χρόνια. Η ελληνική παιδεία δέχτηκε βαρβαρική επιδρομή. Η ανατολική θρησκοληψία και θεοσοφική διάθεση, που κουβάλησαν σ’ αυτήν οι ξένοι, Σύροι, Αιγύπτιοι, Εβραίοι, διαμετρικά αντίθετες και ασυμβίβαστες με την ουσία του ελληνισμού, ήταν φυσικό να αγκιστρωθούν στον Πυθαγόρα και στον Πλάτωνα. Ο Ιουδαίος Φίλων, που έζησε στα χρόνια του Χριστού, υποστήριξε πως ο Πλάτων τη σοφία του την άντλησε από τα ιερά βιβλία των Εβραίων, ενώ εκείνα βαστούν από «θεϊκή» έμπνευση. Κανένα αιώνα αργότερα ο Νουμήνιος από την Απάμεια της Συρίας (γύρω στα 160 μ.Χ.) έλεγε πως ο Πλάτων είναι ο ίδιος ο Μωϋσής που μιλάει ελληνικά, «Μωϋσής αττικίζων». Ο αραβικός και ο δυτικοευρωπαϊκός Μεσαίωνας αγιοποίησαν τον Αριστοτέλη σαν φύλακα άγγελο της μωαμεθανικής και της καθολικής ορθοδοξίας.
Τον κίνδυνο από την επιδρομή τον νιώθουν με καρδιοχτύπι οι Επικούρειοι. Ο Φιλόδημος, Επικούρειος του 1ου π.Χ. αιώνα, γράφει με σφύξιμο ψυχής για τις ιδέες και τα έθιμα που κουβαλούσαν οι Ασιάτες. «Κοιμούνται σε ναούς, θεοπαρμένοι θυσιάζουν σε πέτρες αντί σ’ αγάλματα, με τύμπανα και άγρια μουσική. Τους θεούς αυτούς τους έχουν γι’ αδέκαστους και αλύγιστους, τον Άδη άμαχο και αδάμαστο»: «και τους μεν (θεούς) νομίζειν ατρέπτους και απαραιτήτους, τον δ’ Άδην άμαχον και αδάμαστον κατά τινα των εθνών Ασίας» (Φιλόδημος, Περί Θεών Ι, 18,22, εκδ.Η.Diels). Έτσι γίνεται ξεκάθαρα ο χωρισμός: ελληνικό και μη ελληνικό, Griechisch και Ungriechisch, όπως πολιτογραφήθηκαν οι δύο έννοιες στη γλώσσα της γερμανικής κριτικής και χρησίμεψαν σαν κεντρικό στημόνι στην μελέτη του καθηγητή.
Με το ίδιο θρησκευτικό και μυστικό μάτι κοίταξε και η Αναγέννηση την αρχαιότητα. Ορφισμός και Πυθαγορισμός, με την μεταγενέστερη χαμηλά φαντασιοκοπική παραλλαγή (Νεοπυθαγορισμός), Νεοπλατωνισμός, είχαν την έλξη τους στην πρωτοξύπνητη Δύση. Ο Σωκράτης βαθμολογήθηκε τόσο ψηλά γιατί νομίσθηκε πως παρουσιάζει γραμμές που θυμίζουν τον Χριστό.
Ήταν σωστή προφητεία του δίκαιου που πήγαινε στον άδικο θάνατο τα χιλιομνημόνευτα: «καθεύδοντες διατελοίτε αν, ει μη τινα άλλον ο θεός υμίν επιπέμψειεν κηδόμενος υμών» (Πλατ.Απολ., 31Α). «Όλον τον καιρό θα εξακολουθείτε να κοιμάσθε, ώσπου να σας λυπηθεί ο θεός και σας στείλει άλλον κανέναν». Ο Πλάτων πέρασε για θεόπνευστος προφήτης με προαισθήματα για το σωτήριο κήρυγμα.

Οι εξοχότερες κεφαλές της Ιταλίας συζητούσαν γύρω από το φιλόξενο τραπέζι των Μεδίκων για να συμβιβάσουν Πλάτωνα και Ιησού, ονειρεύονταν μια θρησκεία που να ενώνει χριστιανική ηθική και ελληνική φιλοκαλία. Για όλον αυτόν τον μεταλεξανδρινό κόσμο ο Επίκουρος ήταν σκάνδαλο, όπως ήταν σκάνδαλο να είναι κανείς λογικός να πιστεύει σ ‘ εκείνα που πιάνει με το χέρι του και στα συμπεράσματα που βγάζει με την κρίση του. Οι σύγχρονοί του ήδη τον είχαν θάψει κάτω από διαβολές, αισχρές συκοφαντίες και διαστροφές. Το πλούσιο έργο του παραμελήθηκε, χάθηκε και στην τύχη χρωστάμε τα λίγα πολύτιμα κομμάτια που σώθηκαν. Κρυμένα αιώνες σα σπίθα στη στάχτη χρησίμευσαν προσάναμμα, όταν έφτασε το πλήρωμα άλλων καιρών. Η έρευνα και η κατανόηση αναστήλωσαν τη φωτεινή φυσιογνωμία του, την γνήσια ελληνική και οδηγημένοι από τη φεγγοβολία της αναστηλώνουμε κι εμείς την Αρχαιότητα όπως ήταν στην πραγματικότητα.
(Απόσπασμα από το βιβλίο του καθηγητή Χαράλαμπου Θεοδωρίδη, Επίκουρος – Η Αληθινή Όψη του Αρχαίου Κόσμου )

___________________________________________________________________

(1) Η πλήρης φράση είναι «ceterum censeo Carthaginem esse delendam ! » – Ο Κάτων ο Νεώτερος (Μάρκος Πόρκιος Κάτων ο Υτικαίος, Marcus Porcius Cato Uticensis, 94 – 46), υπήρξε επιφανής Ρωμαίος πολιτικός του 1ου αιώνος π.α.χ.χ., δισεγγονός του αυστηρού Κάτωνος του Πρεσβυτέρου, του περιφήμου Τιμητού (Κήνσορος) του έτους 184 που εχθρεύετο κάθε ξένη επιρροή (ακόμη και αυτόν τον Ελληνισμό) και έκλεινε όλες τις ομιλίες του με τη γνωστή φράση «..και η Καρχηδόνα πρέπει να καταστραφεί !»