Αρχείο για ανέκδοτο

Ο Παπάς που δεν χώνευε τους κρητικούς (ανέκδοτο)

Posted in χιούμορ with tags , on 28 Αυγούστου, 2008 by stardust30

Ενας παπάς πηγαίνει σε μια εκκλησία στην Κρήτη, έχει όμως ένα πρόβλημα. Δεν χωνεύει
τους Κρητικούς. Την πρώτη Κυριακή, λοιπόν,κατά το κήρυγμα του λέει στους πιστούς:
«Θα σας μιλήσω σήμερα για την Μαρία τη Μαγδαληνή, η οποία ήταν μια πόρνη από τα Χανιά…»
Αμέσως οι πιστοί αντιδρούν για την προσβολή που δέχθηκαν από τον παπά. Την επόμενη Κυριακή πάλι τα ίδια ο παπάς:
«Σήμερα θα σας μιλήσω για την παραβολή του ασώτου υιού, ο οποίος ήταν ο γιος ενός βοσκού από το Ηράκλειο…»

Αγανακτούν και πάλι οι πιστοί και κάνουν παράπονα στον Μητροπολίτη. Φωνάζει αυτός τον παπά και του λέει:

– «Κοίτα… ξέρω ότι δεν συμπαθείς τους Κρητικούς, προσπάθησε όμως να είσαι πιο

διακριτικός και να μην τους προσβάλλεις…» Οπότε στην επόμενη κυριακάτικη λειτουργία λέει ο παπάς στους πιστούς:

– «Σήμερα θα μιλήσουμε για το Μυστικό Δείπνο… Μαζεύει ο Χριστός τους μαθητές του

και τους λέει «απόψε κάποιος από εσάς θα με προδώσει» και αμέσως του απαντά ο
Ιούδας: «Ιντα λες μωρέ σύντεκνε»!»

Η ώρα του παιδιού.. (ανέκδοτο)

Posted in χιούμορ with tags , , on 9 Αυγούστου, 2008 by stardust30

Α’ ΜΕΡΟΣ

Ο πατέρας Εβραίος είναι ετοιμοθάνατος.
Γύρω από το κρεβάτι του πόνου είναι συγκεντρωμένη όλη η οικογένεια
του.
Το κλίμα είναι βαρύ και πένθιμο. Ένα μόνο μικρό καντηλάκι, δίπλα
στον άρρωστο, φωτίζει αμυδρά το στενό δωμάτιο.
Ο πατέρας, με κλειστά τα μάτια και πολύ κόπο, ψιθυρίζει:
Πατέρας: Γυναίκα μου Σάρα είσαι εδώ;
Σάρα (κλαίγοντας): Ναι, άντρα μου.
Πατέρας: Γιε μου Ιακώβ είσαι εδώ;
Ιακώβ (φανερά συγκινημένος): Ναι, πατέρα.
Πατέρας: Μικρή μου θυγατέρα Ιουδίθ, είσαι εδώ;
Ιουδίθ: (απαρηγόρητη): Ναι, πατέρα, είμαι κοντά σου.
Πατέρας: Και εσύ στερνοπούλι μου Ααρών, είσαι εδώ:
Ααρών (με αναφιλητά): Ναι, πατέρα.
Πατέρας: ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΜΑΓΑΖΙ;;;;;;

Β’ ΜΕΡΟΣ

Η οικογένεια συνειδητοποιεί αμέσως την εγκληματική αμέλεια και όλοι
αποχωρούν σιγά – σιγά από το δωμάτιο. Τελευταίος φεύγει ο μικρός
Ααρών που, κλείνοντας την πόρτα του δωματίου, λέει:
Ααρών: Και πού’ σαι πατέρα…. Όταν αφήνεις την τελευταία σου πνοή,
άφησε την προς το καντήλι, για να σβήσει. Είναι κρίμα να καίει άδικα…

Γ’ ΜΕΡΟΣ

Ο πατέρας φωνάζει τον πρωτότοκο Ιακώβ και του λέει να πλησιάσει. Με
τις τελευταίες δυνάμεις που του απομένουν, βγάζει από την τσέπη του
ένα ρολόι και εξηγεί ότι το έχει κληρονομιά από τον προπάππου του.
Ο Ιακώβ το κοιτάζει με μάτια που γυαλίζουν. «Σ’ αρέσει;» ρωτά ο
πατέρας.
«Ναι πατέρα!» αποκρίνεται ο Ιακώβ.
«Πόσά δίνεις;» ρωτά ο πατέρας.

Δ’ ΜΕΡΟΣ

Την άλλη μέρα του θανάτου του πατέρα, ο Ιακώβ πηγαίνει στην τοπική
εφημερίδα για να βάλει την αναγγελία του θανάτου.
Ιακώβ: Παρακαλώ, ποια είναι η μικρότερη χρέωση για μία αναγγελία
θανάτου;
Υπάλληλος: 2 δολάρια, κύριε.
Ιακώβ: ΟΚ, γράψε λοιπόν «Αβραάμ Κοέν πέθανε».
Υπάλληλος: Μα, κύριε, πρέπει να έχετε υπόψη σας πως με τα 2 δολάρια
μπορείτε να
γράψετε μέχρι 8 λέξεις.
Ο Ιακώβ σκέφτεται μερικά δευτερόλεπτα και λέει στον υπάλληλο:
Ιακώβ: Ωραία, τότε γράψε «Αβραάμ Κοέν πέθανε. Πωλείται φορτηγάκι σε
τιμή ευκαιρίας».

Η Ελένη, ο Κώστας και η μανούλα του (ανέκδοτο)

Posted in χιούμορ with tags , on 1 Αυγούστου, 2008 by stardust30

Είναι ένα ζευγάρι νιόπαντρο (η Ελένη και ο Κώστας).
Πρώτη μέρα του έγγαμου βίου τους και η Ελένη θέλει να περιποιηθεί τον άντρα της και έτσι αποφασίζει να του μαγειρέψει στιφάδο που είναι δύσκολο και ξέρει ότι του αρέσει πολύ.
Πεθαίνει η Ελένη όλη μέρα στη κουζίνα και μάλιστα αποβραδίς, μαρινάρει με κρασί κλπ.
Το απόγευμα που γυρίζει αυτός από το γραφείο, βρίσκει το τραπέζι στρωμένο τέλεια, με κεριά αναμμένα και όλα τα σχετικά και ρωτάει τη γυναίκα του:

-Ελενίτσα τι είναι αυτό που μυρίζει έτσι ωραία;
-Στιφάδο Κώστα μου, του απαντάει εκείνη.
Κάθεται αυτός στο τραπέζι με ευχαρίστηση, δοκιμάζει το φαγητό και λέει:
– Ωραίο, Ελενίτσα μου το στιφάδο σου, αλλά η μαμά μου βάζει και κανέλλα και γίνεται καταπληκτικό!
Θα της πω να σου δώσει τη συνταγή για να το κάνεις ίδιο.

Απογοητεύεται η καημένη η Ελένη που είχε κατακουραστεί για το στιφάδο του , αλλά δεν το βάζει κάτω.
Την άλλη μέρα αποφασίζει να του φτιάξει μουσακά, που ήξερε ότι του αρέσει κι αυτό πολύ.
Βάζει λοιπόν τα δυνατά της και σκοτώνεται όλη μέρα στα τηγανίσματα της μελιτζάνας, να φτιάξει πικάντικο τον κιμά, μπεσαμέλ, φούρνο κλπ. ώστε να τον εντυπωσιάσει αυτή τη φορά!
Το απόγευμα που γυρίζει αυτός από το γραφείο, βρίσκει το τραπέζι πάλι στρωμένο τέλεια, με κεριά αναμμένα και όλα τα σχετικά και ρωτάει τη γυναίκα του:

-Αχ, Ελενίτσα τι είναι αυτό που μυρίζει έτσι ωραία;
-Μουσακάς Κώστα μου, του απαντάει εκείνη.
Κάθεται αυτός στο τραπέζι με ευχαρίστηση, δοκιμάζει το φαγητό και λέει:
– Ωραίος, Ελενίτσα μου ο μουσακάς σου, αλλά η μανούλα μου κάτι βάζει στη μπεσαμέλ και της γίνεται υπέροχη!
Θα της πω να σου δώσει τη συνταγή για να τον κάνεις ίδιο.

Αρχίζει να τα παίρνει η Ελένη που τσακίζεται όλη μέρα για εκείνον στη κουζίνα και δεν βλέπει να το εκτιμάει αυτός ιδιαίτερα, αλλά δεν το βάζει κάτω. Έτσι αποφασίζει την άλλη μέρα να τον εντυπωσιάσει εκτός κουζίνας, καθαρίζοντας το σπίτι τέλεια, τρίβοντας ώρες τα πατώματα με παρκετίνη ώσπου το πάτωμα γίνεται καθρέπτης. Το απόγευμα που γυρίζει αυτός από το γραφείο, μπαίνει στο σπίτι που μυρίζει καταπληκτικά από τα αρωματικά απορρυπαντικά που το έχει καθαρίσει η Ελένη, κοιτάει το πάτωμα….καθρέπτης και λέει στη γυναίκα του:

– Α, ωραίο το έκανες το σπίτι, Ελενίτσα, μοσχομυρίζει……αλλά ξέρεις η μανούλα μου έτσι το είχε κάθε μέρα…!

Έ, τότε είναι που τα παίρνει κι η Ελένη για τα καλά, και παίρνει μια φίλη της για να βγούνε για καφέ να της πει τον πόνο της με τον ….Κωστάκη της.

-Κάτι τρέχει με τον Κώστα, Μαρία μου, τραβάει κάποιο χοντρό ζόρι με τη μάνα του!
Άσε, μου φαίνεται ότι βιάστηκα να τον παντρευτώ, έκανα λάθος!
Αλλά η φίλη της η Μαρία την προσγειώνει και της λέει:
-Μην είσαι χαζή Ελένη μου, παίζουνε ποτέ στο ταμπλό της μάνας;;; (κουζίνα, καθάρισμα κλπ;) Άλλο είναι το ταμπλό το δικό σου! Το κρεβάτι! Θα πάς να αγοράσεις μαύρα σατέν σεντόνια και σέξι μαύρα εσώρουχα, ζαρτιέρες, στρινγκ κ.λ.π., θα δημιουργήσεις ατμόσφαιρα με κεριά, απαλή μουσική και σβησμένα φώτα και θα τον περιμένεις στο κρεβάτι να γυρίσει ……….. και έλα να μου πεις μετά……. ……..
-Βρες λες, Μαρία μου! Λες να την ξεχάσει επιτέλους τη μάνα του…

Έτσι κι έκανε η Ελένη και ξάπλωσε στα μαύρα σατέν σεντόνια με φούλ εξοπλισμό.. .σέξι μαύρα εσώρουχα, ζαρτιέρες, στρινγκ κ.λ.π., και περίμενε τον Κώστα να γυρίσει από τη δουλειά.

Με το που γυρίζει ο Κώστας από το γραφείο, ψάχνει τη γυναίκα του στη κουζίνα και δεν τη βρίσκει
-Ελενίτσα, που είσαι;
Καμία απάντηση.
Πάει στο σαλόνι, βλέπει τα φώτα κλειστά,
-Ελενίτσα, που είσαι; Καμία απάντηση πάλι.
Κατευθύνεται προς το υπνοδωμάτιο, ανοίγει την πόρτα, βλέπει κεριά αναμμένα παντού, τη γυναίκα του ξαπλωμένη στα μαύρα σατέν σεντόνια με τα μαύρα εσώρουχα να τον κοιτάει και τρελαίνεται ….

– Ελενίτσα, γιατί δεν μου απαντάς τόση ώρα που ……….. Γιατί φοράς μαύρα Ελενίτσα;;; Έπαθε τίποτα η μανούλα μου;;;!!!