Ετικέτα: ανέκδοτο

Ο Κωστάκης, ο Αλογοσκουφάκης και ο Σουφλάκης..

Ταξίδευαν μαζί σε πτήση εσωτερικού ο Κώστας Καραμανλής, ο Γιώργος Αλογοσκούφης και ο Γιώργος Σουφλιάς.
Εκεί που καθόταν ο Αλογοσκούφης κάνει έτσι και βλέπει κάτω από το κάθισμα του ένα χαρτονόμισμα..
Το σηκώνει και βλέπει ότι είναι ένα νόμισμα των 200 euro.
Χαρούμενος γυρίζει στους άλλους δύο και τους λέει:
– Ωραίο νόμισμα! Αν μπορούσα να ανοίξω το παράθυρο του αεροπλάνου και να το πέταγα, θα το εύρισκε ένας Έλληνας και θα ήταν πολύ ευτυχισμένος!…
Πετάγεται ο Σουφλιάς και λέει:
– Ανοησίες, εγώ θα πέταγα από το παράθυρο 4 νομίσματα
των 50 euro και θα έκανα 4 Έλληνες ευτυχισμένους!
Έρχεται και ο Κωστάκης και τους βγαίνει από τα αριστερά λέγοντας:
– Κεφαλαιοκράτες του κερατά! Εγώ θα πέταγα από το παράθυρο 40 νομίσματα των 5 euro και θα έκανα 40 Έλληνες ευτυχισμένους!!!
Τα άκουσαν όλ’ αυτά οι πιλότοι, οπότε γυρίζει ο ένας στον άλλον και λέει:
– Να καρφώσω τώρα το αεροπλάνο στο βουνό που περνάμε και να κάνω 11 εκατομμύρια Έλληνες ευτυχισμένους;;;;

Advertisements

Γάμος στον ..Παράδεισο

Ένα νεαρό ζευγάρι, πολύ ερωτευμένο, αποφασίζει να παντρευτεί, όταν την τελευταία νύχτα πριν τον γάμο, συμβαίνει ένα τραγικό ατύχημα και σκοτώνονται. Βρίσκονται προ των πυλών του Παραδείσου, να συνοδεύονται από τον Αγιο Πέτρο. Μερικές εβδομάδες αργότερα, ο νεαρός συναντιέται με τον Πέτρο και του λέει:
– Αγιε μου, η αρραβωνιαστικιά μου και εγώ είμαστε πολύ ευτυχισμένοι εδώ μέσα στον Παράδεισο. Όμως, μας έχει λείψει πολύ η όλη διαδικασία, τελετή του γάμου. Είναι δυνατόν, για κάποιον που ζει στον Παράδεισο να παντρευτεί κάποιον άλλον;

Ο Αγιος Πέτρος τον κοιτάζει καλά και του λέει: – Λυπάμαι πολύ. Ποτέ ξανά δεν έχω ακούσει κάποιον άλλον να θέλει να παντρευτεί μέσα στον Παράδεισο. Πολύ φοβάμαι ότι αν το θέλετε πολύ, θα πρέπει να μιλήσετε με τον Παντοδύναμο Θεό. Μπορώ να σας κλείσω ένα ραντεβού σε δυό βδομάδες από σήμερα.

Έφτασε η ημέρα του ραντεβού και οι δυό νέοι παρουσιάζονται εμπρός στον Παντοδύναμο. Του αναφέρουν το αίτημά τους. Ο Κύριος τους κοιτάζει σιωπηλά, σκέφτεται προβληματισμένα και τους λέει:
– Ελάτε σε πέντε χρόνια από σήμερα. Εάν ακόμη θέλετε να παντρευτείτε, τότε θα σκεφτώ την επιθυμία σας.

Πέντε χρόνια αργότερα, το ζευγάρι εμφανίζεται και πάλι. Η επιθυμία τους είναι ακόμη ζωντανή. Η εντολή του Θεού είναι ίδια:
– Σε πέντε χρόνια, θα παρουσιαστείτε πάλι εμπρός μου. Τότε θα το συζητήσουμε και πάλι.

Την τρίτη φορά, το ζευγάρι εμφανίζεται και πάλι στον Θεό. Ακόμη επιθυμούν να έρθουν σε κοινωνία γάμου.
– Εντάξει λοιπόν. Μπορείτε να προβείτε σε γάμο. Αυτό το Σάββατο, στις 6.30 το απόγευμα, θα τελεστεί μια υπέροχη τελετή γάμου στην Κεντρική Εκκλησία του Παραδείσου. Αφήστε τις λεπτομέρειες σε μένα.

Ο γάμος ήταν μια μεγάλη επιτυχία. Όλοι οι καλεσμένοι ομολόγησαν ότι η νύφη ήταν πανέμορφη. Όλοι οι γνωστοί και μη, ήταν παρόντες στην τελετή. Ο Μωυσής έφερε σπάνια λουλούδια από τον Νείλο Ποταμό, ο Νώε έφερε σπάνια ορυκτά από την Μεσσοποταμία και οι μαθητές του Ιησού έκαναν μερικά θαύματα για να εντυπωσιάσουν τους παρευρισκόμενους. Ακόμη και ο Γκάντι εμφανίστηκε, έμεινε μόνο για λίγο και φορούσε τα πιο καλά του ρούχα.

Όμως, το μαντέψατε… Μόλις λίγες εβδομάδες αργότερα το παντρεμένο ζευγάρι, κατάλαβαν ότι έκαναν ένα φοβερό λάθος. Απλά, δεν μπορούσαν να συνεχίσουν να ζουν παντρεμένοι. Έτσι, αποφάσισαν να κλείσουν ένα ακόμη ραντεβού με τον Θεό, για να του ζητήσουν ένα διαζύγιο στον Παράδεισο.

Όταν ο Παντοδύναμος Θεός άκουσε το νέο αίτημά τους, βγήκε απο τις χλαμύδες του. Τους κοίταξε με ένα ανάμεικτο, γεμάτο οίκτο, αυστηρότητα, και απογοήτευση, βλέμμα και τους είπε:
– Μα, είσαστε σοβαροί, επιτέλους ή αστειεύεστε; Μας πήρε δέκα χρόνια να βρούμε ένα παπά, εδώ στον παράδεισο να σας παντρέψει!!!! Μπορείτε να φανταστείτε πόσο καιρό θα μας πάρει να βρούμε έναν δικηγόρο!!!

Μηχανόβιος και σπουργιτάκι..

Φοβερός και τρομερός μηχανόβιος-καμικάζι-κλπ-κλπ μόλις αγόρασε το καινούριο «εργαλείο», μια γυαλιστερή R1. Η πρώτη λογική σκέψη είναι να πεταχτεί βρε αδερφέ για ένα καφέ εδώ δίπλα, στην Θεσσαλονίκη. Με τέτοιο εργαλείο, σου λέει ο άνθρωπος, τι είναι 500 χιλιόμετρα… Κρανάκι, μπουφανάκι, γαντάκι, καβάλα στο εργαλείο και βουρ στην εθνική.

Εκεί που πήγαινε λοιπόν. σκέφτεται ότι είναι ευκαιρία να δει τι τραγούδι λαλάει το μηχάνημα. 150…200…250, ο τύπος είναι στη απόλυτη νιρβάνα και ΜΠΑΜ! Ένα σπουργιτάκι καρφώνεται στο κράνος! Πανικός, φρένα και σταμάτημα στην άκρη του δρόμου. Όχι ρε γαμώτο, πάει το καημένο, τι μου ‘φταιξε το δύσμοιρο κλπ κλπ… αλλά ως εκ θαύματος το σπουργιτάκι είναι ακόμα ζωντανό (σε τι κατάσταση είναι, άστο καλύτερα…).
Μετά από 2 λεπτά βρίσκεται στο ιατρείο του κοντινότερου κτηνίατρου. Εγχείρηση, οξυγόνο, νυστέρια, μέχρι που βγαίνει ο γιατρός από το χειρουργείο μετά από 3 ώρες και του το παραδίδει στα χέρια μπανταρισμένο.
«Μεγάλε, τύχη βουνό, το σώσαμε το καημένο. Τράβα τώρα σπίτι σου και κοίτα να το περιποιηθείς. Βάλτο σε ένα κλουβί με φρέσκο νερό και κανναβούρι και περίμενε να συνέλθει»
.
Βουρ στο σπίτι ο γκαζοφονιάς, βάζει το πουλάκι σε ένα κλουβί με νερό και καναβούρι και περιμένει…
Οι μέρες περνάνε…
Μετά από λίγες μέρες, το σπουργιτάκι αρχίζει να συνέρχεται. Ανοίγει το δεξί μάτι και βλέπει τα κάγκελα του κλουβιού. Κλείνει το δεξί μάτι. Ανοίγει το άλλο μάτι, ξαναβλέπει κάγκελα και από την αριστερή πλευρά. Κλείνει και το αριστερό μάτι. Ανοίγει και τα δύο μάτια μαζί και βλέπει γύρω-γύρω κάγκελα και λέει:
«Όχι ρε π**στη μου, τον σκότωσα….»

Ο Παπάς που δεν χώνευε τους κρητικούς (ανέκδοτο)

Ενας παπάς πηγαίνει σε μια εκκλησία στην Κρήτη, έχει όμως ένα πρόβλημα. Δεν χωνεύει
τους Κρητικούς. Την πρώτη Κυριακή, λοιπόν,κατά το κήρυγμα του λέει στους πιστούς:
«Θα σας μιλήσω σήμερα για την Μαρία τη Μαγδαληνή, η οποία ήταν μια πόρνη από τα Χανιά…»
Αμέσως οι πιστοί αντιδρούν για την προσβολή που δέχθηκαν από τον παπά. Την επόμενη Κυριακή πάλι τα ίδια ο παπάς:
«Σήμερα θα σας μιλήσω για την παραβολή του ασώτου υιού, ο οποίος ήταν ο γιος ενός βοσκού από το Ηράκλειο…»

Αγανακτούν και πάλι οι πιστοί και κάνουν παράπονα στον Μητροπολίτη. Φωνάζει αυτός τον παπά και του λέει:

– «Κοίτα… ξέρω ότι δεν συμπαθείς τους Κρητικούς, προσπάθησε όμως να είσαι πιο

διακριτικός και να μην τους προσβάλλεις…» Οπότε στην επόμενη κυριακάτικη λειτουργία λέει ο παπάς στους πιστούς:

– «Σήμερα θα μιλήσουμε για το Μυστικό Δείπνο… Μαζεύει ο Χριστός τους μαθητές του

και τους λέει «απόψε κάποιος από εσάς θα με προδώσει» και αμέσως του απαντά ο
Ιούδας: «Ιντα λες μωρέ σύντεκνε»!»

Η ώρα του παιδιού.. (ανέκδοτο)

Α’ ΜΕΡΟΣ

Ο πατέρας Εβραίος είναι ετοιμοθάνατος.
Γύρω από το κρεβάτι του πόνου είναι συγκεντρωμένη όλη η οικογένεια
του.
Το κλίμα είναι βαρύ και πένθιμο. Ένα μόνο μικρό καντηλάκι, δίπλα
στον άρρωστο, φωτίζει αμυδρά το στενό δωμάτιο.
Ο πατέρας, με κλειστά τα μάτια και πολύ κόπο, ψιθυρίζει:
Πατέρας: Γυναίκα μου Σάρα είσαι εδώ;
Σάρα (κλαίγοντας): Ναι, άντρα μου.
Πατέρας: Γιε μου Ιακώβ είσαι εδώ;
Ιακώβ (φανερά συγκινημένος): Ναι, πατέρα.
Πατέρας: Μικρή μου θυγατέρα Ιουδίθ, είσαι εδώ;
Ιουδίθ: (απαρηγόρητη): Ναι, πατέρα, είμαι κοντά σου.
Πατέρας: Και εσύ στερνοπούλι μου Ααρών, είσαι εδώ:
Ααρών (με αναφιλητά): Ναι, πατέρα.
Πατέρας: ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΜΑΓΑΖΙ;;;;;;

Β’ ΜΕΡΟΣ

Η οικογένεια συνειδητοποιεί αμέσως την εγκληματική αμέλεια και όλοι
αποχωρούν σιγά – σιγά από το δωμάτιο. Τελευταίος φεύγει ο μικρός
Ααρών που, κλείνοντας την πόρτα του δωματίου, λέει:
Ααρών: Και πού’ σαι πατέρα…. Όταν αφήνεις την τελευταία σου πνοή,
άφησε την προς το καντήλι, για να σβήσει. Είναι κρίμα να καίει άδικα…

Γ’ ΜΕΡΟΣ

Ο πατέρας φωνάζει τον πρωτότοκο Ιακώβ και του λέει να πλησιάσει. Με
τις τελευταίες δυνάμεις που του απομένουν, βγάζει από την τσέπη του
ένα ρολόι και εξηγεί ότι το έχει κληρονομιά από τον προπάππου του.
Ο Ιακώβ το κοιτάζει με μάτια που γυαλίζουν. «Σ’ αρέσει;» ρωτά ο
πατέρας.
«Ναι πατέρα!» αποκρίνεται ο Ιακώβ.
«Πόσά δίνεις;» ρωτά ο πατέρας.

Δ’ ΜΕΡΟΣ

Την άλλη μέρα του θανάτου του πατέρα, ο Ιακώβ πηγαίνει στην τοπική
εφημερίδα για να βάλει την αναγγελία του θανάτου.
Ιακώβ: Παρακαλώ, ποια είναι η μικρότερη χρέωση για μία αναγγελία
θανάτου;
Υπάλληλος: 2 δολάρια, κύριε.
Ιακώβ: ΟΚ, γράψε λοιπόν «Αβραάμ Κοέν πέθανε».
Υπάλληλος: Μα, κύριε, πρέπει να έχετε υπόψη σας πως με τα 2 δολάρια
μπορείτε να
γράψετε μέχρι 8 λέξεις.
Ο Ιακώβ σκέφτεται μερικά δευτερόλεπτα και λέει στον υπάλληλο:
Ιακώβ: Ωραία, τότε γράψε «Αβραάμ Κοέν πέθανε. Πωλείται φορτηγάκι σε
τιμή ευκαιρίας».

Η Ελένη, ο Κώστας και η μανούλα του (ανέκδοτο)

Είναι ένα ζευγάρι νιόπαντρο (η Ελένη και ο Κώστας).
Πρώτη μέρα του έγγαμου βίου τους και η Ελένη θέλει να περιποιηθεί τον άντρα της και έτσι αποφασίζει να του μαγειρέψει στιφάδο που είναι δύσκολο και ξέρει ότι του αρέσει πολύ.
Πεθαίνει η Ελένη όλη μέρα στη κουζίνα και μάλιστα αποβραδίς, μαρινάρει με κρασί κλπ.
Το απόγευμα που γυρίζει αυτός από το γραφείο, βρίσκει το τραπέζι στρωμένο τέλεια, με κεριά αναμμένα και όλα τα σχετικά και ρωτάει τη γυναίκα του:

-Ελενίτσα τι είναι αυτό που μυρίζει έτσι ωραία;
-Στιφάδο Κώστα μου, του απαντάει εκείνη.
Κάθεται αυτός στο τραπέζι με ευχαρίστηση, δοκιμάζει το φαγητό και λέει:
– Ωραίο, Ελενίτσα μου το στιφάδο σου, αλλά η μαμά μου βάζει και κανέλλα και γίνεται καταπληκτικό!
Θα της πω να σου δώσει τη συνταγή για να το κάνεις ίδιο.

Απογοητεύεται η καημένη η Ελένη που είχε κατακουραστεί για το στιφάδο του , αλλά δεν το βάζει κάτω.
Την άλλη μέρα αποφασίζει να του φτιάξει μουσακά, που ήξερε ότι του αρέσει κι αυτό πολύ.
Βάζει λοιπόν τα δυνατά της και σκοτώνεται όλη μέρα στα τηγανίσματα της μελιτζάνας, να φτιάξει πικάντικο τον κιμά, μπεσαμέλ, φούρνο κλπ. ώστε να τον εντυπωσιάσει αυτή τη φορά!
Το απόγευμα που γυρίζει αυτός από το γραφείο, βρίσκει το τραπέζι πάλι στρωμένο τέλεια, με κεριά αναμμένα και όλα τα σχετικά και ρωτάει τη γυναίκα του:

-Αχ, Ελενίτσα τι είναι αυτό που μυρίζει έτσι ωραία;
-Μουσακάς Κώστα μου, του απαντάει εκείνη.
Κάθεται αυτός στο τραπέζι με ευχαρίστηση, δοκιμάζει το φαγητό και λέει:
– Ωραίος, Ελενίτσα μου ο μουσακάς σου, αλλά η μανούλα μου κάτι βάζει στη μπεσαμέλ και της γίνεται υπέροχη!
Θα της πω να σου δώσει τη συνταγή για να τον κάνεις ίδιο.

Αρχίζει να τα παίρνει η Ελένη που τσακίζεται όλη μέρα για εκείνον στη κουζίνα και δεν βλέπει να το εκτιμάει αυτός ιδιαίτερα, αλλά δεν το βάζει κάτω. Έτσι αποφασίζει την άλλη μέρα να τον εντυπωσιάσει εκτός κουζίνας, καθαρίζοντας το σπίτι τέλεια, τρίβοντας ώρες τα πατώματα με παρκετίνη ώσπου το πάτωμα γίνεται καθρέπτης. Το απόγευμα που γυρίζει αυτός από το γραφείο, μπαίνει στο σπίτι που μυρίζει καταπληκτικά από τα αρωματικά απορρυπαντικά που το έχει καθαρίσει η Ελένη, κοιτάει το πάτωμα….καθρέπτης και λέει στη γυναίκα του:

– Α, ωραίο το έκανες το σπίτι, Ελενίτσα, μοσχομυρίζει……αλλά ξέρεις η μανούλα μου έτσι το είχε κάθε μέρα…!

Έ, τότε είναι που τα παίρνει κι η Ελένη για τα καλά, και παίρνει μια φίλη της για να βγούνε για καφέ να της πει τον πόνο της με τον ….Κωστάκη της.

-Κάτι τρέχει με τον Κώστα, Μαρία μου, τραβάει κάποιο χοντρό ζόρι με τη μάνα του!
Άσε, μου φαίνεται ότι βιάστηκα να τον παντρευτώ, έκανα λάθος!
Αλλά η φίλη της η Μαρία την προσγειώνει και της λέει:
-Μην είσαι χαζή Ελένη μου, παίζουνε ποτέ στο ταμπλό της μάνας;;; (κουζίνα, καθάρισμα κλπ;) Άλλο είναι το ταμπλό το δικό σου! Το κρεβάτι! Θα πάς να αγοράσεις μαύρα σατέν σεντόνια και σέξι μαύρα εσώρουχα, ζαρτιέρες, στρινγκ κ.λ.π., θα δημιουργήσεις ατμόσφαιρα με κεριά, απαλή μουσική και σβησμένα φώτα και θα τον περιμένεις στο κρεβάτι να γυρίσει ……….. και έλα να μου πεις μετά……. ……..
-Βρες λες, Μαρία μου! Λες να την ξεχάσει επιτέλους τη μάνα του…

Έτσι κι έκανε η Ελένη και ξάπλωσε στα μαύρα σατέν σεντόνια με φούλ εξοπλισμό.. .σέξι μαύρα εσώρουχα, ζαρτιέρες, στρινγκ κ.λ.π., και περίμενε τον Κώστα να γυρίσει από τη δουλειά.

Με το που γυρίζει ο Κώστας από το γραφείο, ψάχνει τη γυναίκα του στη κουζίνα και δεν τη βρίσκει
-Ελενίτσα, που είσαι;
Καμία απάντηση.
Πάει στο σαλόνι, βλέπει τα φώτα κλειστά,
-Ελενίτσα, που είσαι; Καμία απάντηση πάλι.
Κατευθύνεται προς το υπνοδωμάτιο, ανοίγει την πόρτα, βλέπει κεριά αναμμένα παντού, τη γυναίκα του ξαπλωμένη στα μαύρα σατέν σεντόνια με τα μαύρα εσώρουχα να τον κοιτάει και τρελαίνεται ….

– Ελενίτσα, γιατί δεν μου απαντάς τόση ώρα που ……….. Γιατί φοράς μαύρα Ελενίτσα;;; Έπαθε τίποτα η μανούλα μου;;;!!!

» Αγαπητέ Θεέ..» (ανέκδοτο)

Ένας τύπος δουλεύει στο ταχυδρομείο, στο τμήμα που επεξεργάζεται γράμματα που έχουν σταλεί

σε λανθασμένες διευθύνσεις και άγνωστους παραλήπτες. Μια μέρα, βλέπει ένα γράμμα με διεύθυνση ‘Προς τον Θεό’.

Αυτό πρέπει να το διαβάσω, σκέφτηκε… Για να δούμε τι λέει!

Ανοίγει το γράμμα και διαβάζει.

‘Αγαπητέ Θεούλη, σου ζητώ απεγνωσμένα τη βοήθεια σου. Είμαι μια γριούλα 87 ετών που παίρνω μια πενιχρή σύνταξη που τσίμα τσίμα με φτάνει να τα φέρω βόλτα.Χτες στο τρόλεϊ μου κλέψανε την τσάντα μου με 100 ευρώ μέσα. Ήταν τα τελευταία λεφτά που είχα για να περάσω μέχρι να έρθει η σύνταξη του άλλου μήνα, την άλλη βδομάδα είναι Πάσχα και μάζευα αυτά τα λεφτά πόσους μήνες για να αγοράσω λαμπάδες και δώρα στα εγγονάκια μου.Δεν έχω άλλα λεφτά στην τράπεζα και δεν έχω κανέναν να μου δανείσει, και άμα δεν τους πάρω δώρα θα στενοχωρηθούν πάρα πολύ γιατί περιμένουν πως και πως όλο το χρόνο.Σε παρακαλώ αν θα μπορούσες να με βοηθήσεις κι’ εγώ θα σου ανάβω ένα κεράκι κάθε βδομάδα για να σ’ ευχαριστήσω…’

Ο υπάλληλος κατασυγκινήθηκε και άρχισε να διαβάζει το γράμμα σε όλους του τους συναδέλφους στο ταχυδρομείο.

Όλοι στενοχωρήθηκαν και αποφάσισαν να ξηλωθούν και να βάλουν ό,τι μπορεί ο καθένας και τελικά όλοι μαζί κατάφεραν και συγκέντρωσαν 96 ευρώ. Τα έβαλαν στο φάκελο και τα ταχυδρόμησαν στη γιαγιά, και μετά επέστρεψαν στη δουλειά τους έχοντας αυτή την θερμή και όμορφη αίσθηση πως έκαναν μια όμορφη, χριστιανική πράξη για το Πάσχα.

Την επόμενη βδομάδα έφτασε νέο γράμμα από τη γριούλα, πάλι με παραλήπτη το Θεό. Όλοι οι υπάλληλοι του ταχυδρομείου μαζεύτηκαν μέσα στην αγωνία για να διαβάσουν την απάντηση.

‘Αγαπητέ Θεέ,

πώς να σε ευχαριστήσω για το καλό που μου έκανες…; Με τα λεφτά που μου έστειλες πήρα δώρα και λαμπάδες και πασχαλινά αυγά στα εγγονάκια μου και χάρηκαν πάρα πολύ.Περάσαμε πολύ όμορφα χάρις στο δώρο που μου έκανες από αγάπη. Θα σου ανάβω ένα κεράκι κάθε βδομάδα για να σε ευχαριστήσω.

Αιώνια η βασιλεία Σου.

Υ.Γ. παρεμπιπτόντως, λείπανε 4 ευρώ από το φάκελο. Νομίζω πως τα βουτήξανε αυτά τα καθάρματα που δουλεύουν στο ταχυδρομείο…τους ξέρω εγώ τι αληταράδες είναι!!’