Κατηγορία: πολιτική

Η Χρυσή Αυγή λατρεύει τα τουρκικά προϊόντα..

Αίμα, τιμή, τούρκικα t-shirt.. θα μπορούσε να είναι το νέο μοτό της ακροδεξιάς πτέρυγας της Ν.Δ..

Έχουν μεγάλη αγάπη για την Τουρκία οι φασίστες και γι’αυτό προτιμούν τα τούρκικα προϊόντα έναντι των ελληνικών.

Και μία ωραία φωτό όπου ο Μιχαλολιάκος προσκυνά την αρχηγό του.. Φήμες λένε πως οι καθαριστές ήθελαν 2 βδομάδες για να σφουγγαρίσουν τα σάλια του από το πάτωμα.. Εγώ πάλι αναρωτιέμαι πόσο ανάλγητοι μπορεί να είναι αυτοί οι «έλληνες» εισαγγελείς που δεν έχουν κηρύξει παράνομη την συμμορία του.. Τελικά οι «έλληνες» εισαγγελείς ξεσηκώνονται μόνον για το κόψιμο των μισθών τους – και αυτοί φαίνεται δεν έχουν πατρίδα τελικά, πάνε όπου φυσάει το χρήμα..

«Ούτε δήμιοι ούτε θύματα» Albert Camus

Ναι, πρέπει να υψώσουμε τις φωνές μας. Μέχρι αυτό το σημείο, έχω αποφύγει μια επίκληση στο συναίσθημα. Είμαστε κομματιασμένοι από μια λογική της ιστορίας που έχουμε επεξεργαστεί με κάθε λεπτομέρεια — ένα δίχτυ που απειλεί να μας πνίξει. Δεν είναι το συναίσθημα που μπορεί να κόψει το δίχτυ μιας λογικής που έχει φτάσει σε παράλογα μήκη, αλλά μονάχα ο λόγος που μπορεί να συναντήσει τη λογική στο έδαφός της. Αλλά δεν θα ήθελα να αφήσω την εντύπωση… ότι κάθε πρόγραμμα για το μέλλον μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς τις δυνάμεις μας της αγάπης και της αγανάκτησης. Γνωρίζω πολύ καλά ότι χρειάζεται μια ισχυρή κινητήρια δύναμη για να βάλει τους ανθρώπους σε κίνηση και ότι είναι δύσκολο να βάλει κανείς τον εαυτό του σε έναν αγώνα του οποίου οι στόχοι είναι τόσο μέτριοι και όπου η ελπίδα έχει μονάχα μια λογική βάση — και ούτε καν μια τέτοια. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι πώς να παρασύρεις τους ανθρώπους· είναι ουσιώδες, αντίθετα, ότι δεν πρέπει να παρασυρθούν, αλλά μάλλον ότι πρέπει να τους κάνεις να καταλάβουν καλά τι κάνουν.

Για να σώσουμε ό,τι μπορεί να σωθεί, έτσι ώστε να ανοίξει κάποιο είδος μέλλοντος — αυτή είναι η πρωταρχική κινητήρια δύναμη, το πάθος και η θυσία που απαιτείται. Απαιτεί μονάχα ότι συλλογιζόμαστε και έπειτα αποφασίζουμε, με σαφήνεια, κατά πόσον η μοίρα της ανθρωπότητας πρέπει να γίνει ακόμη πιο άθλια προκειμένου να επιτευχθούν μακρινοί και θολοί στόχοι, κατά πόσον θα πρέπει να αποδεχθούμε έναν κόσμο γεμάτο με όπλα όπου ο αδελφός σκοτώνει αδελφό· ή αν, αντίθετα, θα πρέπει να αποφύγουμε την αιματοχυσία και τη δυστυχία όσο το δυνατόν περισσότερο έτσι ώστε να δώσουμε μια ευκαιρία για επιβίωση σε επόμενες γενεές καλύτερα εξοπλισμένες από ό,τι είμαστε εμείς.

Από την πλευρά μου, είμαι αρκετά σίγουρος ότι έχω κάνει την επιλογή. Και, έχοντας επιλέξει, νομίζω ότι πρέπει να μιλήσω, ότι πρέπει να δηλώσω ότι ποτέ ξανά δεν θα είμαι ένας από εκείνους, όποιοι κι αν είναι αυτοί, που συμβιβάζονται με το φονικό, και ότι θα πρέπει να υποστώ τις συνέπειες μιας τέτοιας απόφασης. Αυτό. Κι αυτό είναι μέχρι εκεί που μπορώ να πάω προς το παρόν. Ωστόσο, θέλω να κάνω σαφές το πνεύμα με το οποίο αυτό το άρθρο είναι γραμμένο.

Μας ζητείται να αγαπάμε ή να μισούμε την τάδε ή την δείνα χώρα και τον τάδε ή τον δείνα λαό. Αλλά μερικοί από μας αισθάνονται πάρα πολύ έντονα την κοινή ανθρώπινη φύση μας για να κάνουν μια τέτοια επιλογή. Εκείνοι που αγαπούν πραγματικά το Ρωσικό λαό, σε ευγνωμοσύνη γι’ αυτό που ποτέ δεν έπαψαν να είναι — αυτή την παγκόσμια μαγιά που ο Τολστόι και ο Γκόρκι μίλησαν — δεν τους εύχονται επιτυχία στην πολιτική εξουσία, αλλά μάλλον θέλουν να τους γλυτώσουν, ύστερα από τις δοκιμασίες του παρελθόντος, από μια νέα και ακόμα πιο τρομερή αιματοχυσία. Το ίδιο, επίσης, για τον Αμερικανικό λαό, και τους λαούς της δυστυχισμένης Ευρώπης. Αυτό είναι το είδος των στοιχειωδών αληθειών που είναι πιθανόν να ξεχάσουμε εν μέσω των λυσσασμένων παθών της εποχής μας.

Ναι, είναι ο φόβος και η σιωπή και η πνευματική απομόνωση που προκαλούν ότι πρέπει να καταπολεμηθούν σήμερα.

Και είναι η κοινωνικότητα και η παγκόσμια αλληλοεπικοινωνία των ανθρώπων που πρέπει να υποστηριχθεί. Η δουλεία, η αδικία, και τα ψέματα καταστρέφουν αυτήν την επαφή και απαγορεύουν αυτήν την κοινωνικότητα· και γι’ αυτό πρέπει να τα απορρίψουμε. Αλλά αυτά τα κακά είναι σήμερα η ίδια η ουσία της ιστορίας, έτσι ώστε πολλοί τα θεωρούν αναγκαία κακά. Είναι αλήθεια ότι δεν μπορούμε να “δραπετεύσουμε απ’ την ιστορία”, αφού είμαστε χωμένοι μέσα σ’ αυτήν ίσαμε το λαιμό. Αλλά μπορεί κανείς να προτείνει να αγωνιστούμε μέσα στην ιστορία για να διατηρήσουμε από την ιστορία εκείνο το μέρος του ανθρώπου που δεν αποτελεί αρμόζων πεδίο του. Αυτό είναι το μόνο που έχω να πω εδώ. Το “σημείο” του παρόντος άρθρου μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:

Τα σύγχρονα έθνη καθοδηγούνται από ισχυρές δυνάμεις κατά μήκος των δρόμων της εξουσίας και της κυριαρχίας. Δεν θα πω ότι οι δυνάμεις αυτές θα πρέπει να συνεχιστούν ή ότι θα πρέπει να παρεμποδιστούν. Χρειάζονται τη βοήθειά μας και, προς το παρόν, γελούν με τις προσπάθειες να τις εμποδίσουν. Έτσι, θα συνεχίζουν. Αλλά θα θέσω μόνο αυτή την απλή ερώτηση: Τί θα συμβεί αν αυτές οι δυνάμεις καταλήξουν σε αδιέξοδο, τί θα γίνει αν αυτή η λογική της ιστορίας στην οποία τόσοι πολλοί βασίζονται αποδεικνύεται τώρα ότι είναι μια χίμαιρα; Τί θα συμβεί αν, παρά τους δύο ή τρεις παγκόσμιους πολέμους, παρά τη θυσία πολλών γενεών και ένα ολόκληρο σύστημα αξιών, τα εγγόνια μας — υποθέτοντας πως θα επιζήσουν — δεν βρεθούν πιο κοντά σε μια παγκόσμια κοινωνία; Είναι πολύ πιθανό ότι οι επιζώντες μιας τέτοιας εμπειρίας θα είναι πολύ αδύναμοι για να κατανοήσουν τα δικά τους βάσανα. Από τη στιγμή που αυτές οι δυνάμεις εξασκούνται και από τη στιγμή που είναι αναπόφευκτο ότι θα συνεχίσουν να το κάνουν, δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο κάποιοι από εμάς δεν θα πρέπει να αναλάβουν να τις διαιωνίσουν, μέσα στην αποκαλυπτική ιστορική θέα που εκτείνεται μπροστά μας, ένα μετριοπαθή σκεπτικισμό που, χωρίς να παριστάνει ότι λύνει τα πάντα, θα είναι έτοιμος συνεχώς να δίνει κάποιο ανθρώπινο νόημα στην καθημερινή ζωή. Το βασικό πράγμα είναι ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να ζυγίσουν προσεκτικά το τίμημα που πρέπει να πληρώσουν….

Το μόνο που ρωτάω είναι ότι, εν μέσω ενός δολοφονικού κόσμου, συμφωνούμε να συλλογιστούμε σχετικά με το φονικό και να κάνουμε μια επιλογή. Μετά από αυτό, μπορούμε να διακρίνουμε εκείνους που δέχονται τις συνέπειες του να είναι δήμιοι ή οι συνεργοί των δήμιων, και εκείνους που αρνούνται να το πράξουν με όλες τους τις δυνάμεις και όλο τους το είναι. Δεδομένου ότι αυτή η τρομερή διαχωριστική γραμμή υπάρχει πράγματι, θα είναι ένα κέρδος αν επισημανθεί καθαρά. Πάνω από την έκταση των πέντε ηπείρων κατά τα προσεχή έτη ένας ατέλειωτος αγώνας πρόκειται να επιδιωχθεί μεταξύ της βίας και της φιλικής πειθούς, ένας αγώνας στον οποίο, εγγυημένα, η πρώτη έχει χίλιες φορές πιθανότητες επιτυχίας από ότι η τελευταία. Αλλά έχω πάντα υποστηρίξει ότι, αν αυτός ο οποίος βασίζει τις ελπίδες του στην ανθρώπινη φύση είναι ανόητος, αυτός που παραδίνεται ενώπιον των περιστάσεων είναι δειλός. Και πλέον, η μόνη έντιμη πορεία θα είναι να διακυβεύσουμε τα πάντα σε ένα τρομερό ρίσκο: ότι οι λέξεις είναι πιο ισχυρές από τα πυρομαχικά.

πηγή:http://eagainst.com/

 

 

 

Kαταδικάζουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται; Όχι βέβαια..

  Ο Μπρέχτ είχε κάποτε αναρωτηθεί: «Γιατί να λέμε βίαια τα νερά ενός ποταμού και όχι τις όχθες που τα περιορίζουν;»

Συχνά ακούς «είμαι ενάντια σε κάθε βία» ή ως μότο των τελευταίων ημερών έχει αναδειχθεί το: «Η βία είτε ασκείται από τα αριστερά είτε από τα δεξιά είναι ίδια.». Eπειδή λοιπόν οι συζητήσεις περί βίας (αναφέρομαι στην πολιτική βία) δίνουν και παίρνουν πρέπει να ξεκαθαριστούν κάποια πράγματα.

   Σε μία βίαιη πράξη υπάρχει αυτός που την ασκεί, τα κίνητρά του και ο αποδέκτης της βίας. Επομένως η καταδίκη της βίας απ’ όποιον και αν την ασκεί και για οποιοδήποτε λόγο είναι ισοπεδωτική και αυτός που εναντιώνεται σε «κάθε» βία δε μπορεί παρά να προσκρούσει σε αντιφάσεις. Κι αυτό γιατί είναι άλλη η βία που ασκείται από τους κυρίαρχους πολιτικά (κυβέρνηση) και οικονομικά (εργοδοσία κτλπ) και άλλη η βία στην οποία ωθούνται τα μεσαία και χαμηλά στρώματα που πλήττονται από τις πολιτικές των κυρίαρχων.

Κάθε συζήτηση περί βίας δεν μπορεί παρά να ξεκινάει από το ότι το κράτος έχει το νόμιμο μονοπώλιο της. Έχει επομένως μόνο αυτό το δικαίωμα να την ασκεί νόμιμα ενώ  για τους πολίτες ορίζει τον κανόνα της μη βίας και τις θεμιτές εξαιρέσεις του κανόνα αυτού που είναι ο πόλεμος και η νόμιμη άμυνα στη βία.

            Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι: Ο καπιταλισμός ασκεί βία κι αν ναι με ποιόν τρόπο; Nαί, με τη βοήθεια του κράτους(και ενίοτε και του παρακράτους). Η κρατική βία μπορεί να είναι σωματική αλλά και σιωπηρή. «Αν ένας άνθρωπος εξαναγκαστεί από έναν άλλο να σκοτώνει συστηματικά τους συνανθρώπους του αυτό είναι μια πράξη βίας. Μα από τη στιγμή που θα ονομαστεί ‘στρατιωτική υπηρεσία’, ο καλός πολίτης φαντάζεται ότι αναπνέει τον αέρα της ειρήνης και της νομιμότητας.»1 Οι επεκτατικοί πόλεμοι (Μικρασιατική Καταστροφή, πόλεμος στο Βιετνάμ, στο Ιράκ και άλλοι)  αλλά και η αστυνομική βία με τη ρίψη τεράστιας ποσότητας δακρυγόνων , τον άγριο ξυλοδαρμό μεταναστών και μη και τις προσαγωγές ανθρώπων που απλά με την παρουσία τους στο δρόμο λένε ένα ηχηρό ‘όχι’ στις ασκούμενες πολιτικές είναι βία του κράτους. Πέρα όμως απ’ αυτές τις απροκάλυπτες μορφές βίας οι ανισότητες του καπιταλιστικού συστήματος γεννούν και τη σιωπηρή βία.

   Η ανεργία και η φτώχεια που στερούν βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, ο στραγγαλισμός του ελεύθερου χρόνου και η γεμάτη ανταγωνισμό οικονομία που δηλητηριάζει φιλικές, εργασιακές και όλων των ειδών τις κοινωνικές σχέσεις είναι βία, που ασκεί το κράτος  με αποδέκτη μεγάλη μερίδα της κοινωνίας που πλήττεται με κίνητρο να οχυρώσει την οικονομική της εκμετάλλευση ώστε  οι λίγοι να καρπωθούν τα υλικά οφέλη που παράγει , δηλαδή να κερδίζουν. Είναι το μέσο που δυσκολεύει την παρέμβαση των ‘από κάτω’ στις πολιτικές των ‘από πάνω’. Ως αποτέλεσμα της βίας του καθεστώτος εντείνονται τελευταία οι αυτοκτονίες ως ένδειξη πολιτικής διαμαρτυρίας με πιο χαρακτηριστικές στην Ελλάδα αυτήν του Δημήτρη Χριστούλια στις 4 Απριλίου 2012 και στην Τυνησία την αυτοπυρπόληση του μικροπωλητή Μοχάμεντ Μπουαζίζι τον Δεκέμβριο του 2010 που πυροδότησε αντιδράσεις σε όλο τον αραβικό κόσμο.

Η κρατική βία εκτός από φόβο γεννά και οργή που πολλές φορές εκδηλώνεται βίαια. Η αντί-βία στην οποία καταφεύγει μια μερίδα  από τα πληττόμενα στρώματα, (δηλαδή κυρίως η εργατική αλλά και η μεσαία τάξη) έχει διαφοροποιήσεις ως προς τις μορφές και τα κίνητρα που εκδηλώνεται Μπορεί να είναι αυθόρμητη και λίγο ως καθόλου οργανωμένη με στόχο να εκτονώσει βραχυπρόθεσμα αυτούς που την ασκούν (βλέπε γιαουρτώματα πολιτικών), να αποτελεί συνωμοτική δραστηριότητα μιας μειονότητας με τη μορφή επιθέσεων ή πολιτικών δολοφονιών (17 Νοέμβρη στην Ελλάδα, Ερυθρές Ταξιαρχίες στην Ιταλία, Φράξια Κόκκινος Στρατός στην Γερμανία) ή να έχει τη μορφή εσωτερικού πολέμου (Οκτωβριανή Επανάσταση, Eλληνικός και Ισπανικός Εμφύλιος) με σχέδιο ανατροπής της τάξης που κυριαρχεί στη βάση μιας συγκεκριμένης ιδεολογίας. Η βία αυτών που πλήττονται χειραφετεί μόνο όταν στοχεύει στην αποδέσμευση από αυτήν την εκμετάλλευση και στην προσπάθεια μεγαλύτερης παρέμβασης των από κάτω στις ασκούμενες πολιτικές (κάτι που εξετάζεται ανάλογα με την συγκυρία).

Όμως δεν πρέπει να προξενεί εντύπωση ότι πολλοί από τους άνεργους, τους χαμηλόμισθους με λίγα λόγια όλους αυτούς που και πριν την κρίση και πόσο μάλλον τώρα, πλήττονται ,στρέφονται στη φασιστική βία θεωρώντας υπαίτιους για την κατάστασή τους όχι τόσο τις τράπεζες, τους εργοδότες και τους κρατούντες αλλά τους οικονομικούς και πολιτικούς πρόσφυγες που «μας παίρνουν τις δουλειές και αποτελούν μίασμα για την ελληνική κοινωνία» που ως σωτήρες θα την ξεβρωμίσουν, μαχαιρώνοντας μετανάστες στο σταθμό Αττικής και στην ΑΣΟΕΕ. Βέβαια δεν διστάζουν να βιαιοπραγήσουν και εναντίον όσων στέκονται εμπόδιο στα σχέδια τους και στις ιδέες τους: αριστερούς, αναρχικούς, ομοφυλόφιλους κλπ προσφέροντας χείρα βοηθείας στον κρατικό μηχανισμό με την  αγαστή τους συνεργασία με τα ΜΑΤ . Σαφώς  η Χρυσή Αυγή και οι Κασσιδιάρηδες δεν θα πρέπει να νοούνται ως κάτι αντισυστημικό ακόμα κι αν οι ίδιοι παλεύουν να ντύσουν με επαναστατικό μανδύα τη δράση και τη ρητορική τους.

   «Γιατί αν η επανάσταση είναι η βούληση να φτάσουμε στη ρίζα των πραγμάτων και να τα’ αλλάξουμε τότε ο φασισμός δεν είναι ποτέ επαναστατικός. Πως μπορεί να είναι ριζοσπαστικό κάτι που θέλει την ‘τιμή του έθνους’ και όχι ‘την τιμή του ανθρώπου’; » όπως έλεγε και ο Βίλχεμ Ράιχ. Άλλωστε την εκλογική (και «κινηματική») άνοδο της Χρυσής Αυγής  την εκκόλαψε η προεκλογική ρητορική του Χρυσοχοίδη και του ΠΑΣΟΚ-ΝΔ για τις «υγειονομικές βόμβες» και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης  και ας έχυναν μετά τις πρώτες εκλογές κροκοδείλια δάκρυα για την εκλογή δυνάμεων «εναντίον του κοινοβουλευτισμού». Ο φασισμός δεν θα πρέπει να νοείται ξέχωρα από τον καπιταλισμό, γιατί δεν είναι παρά ένα «καπιταλιστικό κράτος έκτακτης ανάγκης»2. Ο καπιταλισμός χρειάζεται τον φασισμό ή τον εκφασισμό της κοινωνίας για να επιβιώσει σε συνθήκες κρίσης. Δε μπορείς επομένως με κανένα τρόπο να αφορήσεις τη βία των εργαζομένων που παλεύουν για δικαιότερες εργασιακές συνθήκες με τον ίδιο τρόπο όπως καταδικάζεις την ακροδεξιά βία που ανοίγει κεφάλια.

  Ειδικά στην Ελλάδα του Μνημονίου οι προσδοκίες των ανθρώπων για μια άνετη και αξιοπρεπή ζωη ματαιώνονται. Η ειρωνεία είναι ότι αυτές τις προσδοκίες τις τροφοδότησε και τις τροφοδοτεί το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα ανάγοντας σε αυτοσκοπό το χρήμα και στερώντας το ταυτόχρονα από την πλειοψηφία του πληθυσμού.

  Τα ΜΜΕ με την ευγενική χορηγία των κεφαλαιούχων ιδιοκτητών τους αρπάζουν κάθε ευκαιρία να καταδικάσουν τη βία που δείχνει οργή σε μια μεγαλύτερη βία, στις κυρίαρχες πολιτικές προ και μετά Μνημονίου. Σε κάθε φυλλάδα ή τηλεοπτικό δελτίο τους επιχειρούν να ταυτίσουν τις οργανωμένες μορφές πολιτικού ακτιβισμού με την τρομοκρατία, αφήνουν στο απυρόβλητο την κατάχρηση της εξουσίας από τις αστυνομικές δυνάμεις και προσπαθούν να μας πείσουν ότι «όλοι μαζί τα φάγαμε» άρα και όλοι θα τα υποστούμε. Μας λένε ότι Μνημόνιο, ΔΝΤ, τρόικα είναι η μοναδική συνταγή να βγούμε από την κρίση και ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος σύμφωνος με τις ανάγκες των νέων και των εργαζομένων.

  Η χειραφετητική βία των κυριαρχούμενων δεν εξισώνεται με κανένα τρόπο με την βία των κυρίαρχων. Αυτό που τη γεννά είναι τελικά ένα οικονομικό σύστημα εκμετάλλευσης. Ως πότε;;; 

πηγή: http://omniatv.com/blog/2221-katadiki_vias

Τίποτα δεν είναι ιερό, Ραούλ Βάνεγκεμ

  Η εγγεγραμμένη στο αμερικανικό σύνταγμα αρχή σύμφωνα με την οποία «η ελευθερία του τύπου είναι από τα ισχυρότερα προπύργια της ελευθερίας και δεν μπορεί ποτέ να περιορίζεται παρά μόνο από δεσποτικές κυβερνήσεις» πρέπει να εξεταστεί σήμερα από δύο σκοπιές:
α) Υπήρξε και παραμένει όπλο ενάντια σε κάθε μορφή τυραννίας.
β) Η άσκηση μιας τέτοιας ελευθερίας παραμορφώθηκε ιδιαίτερα από τις τεχνικές προόδους στους τομείς της χειραγώγησης των μαζών, της διαφήμισης, της προπαγάνδας, της επικοινωνίας, της πληροφόρησης, της σκηνοθεσίας της ζωής που βιώνουμε, με στόχο να υποταχθεί στην εξουσία του χρήματος και στο χρήμα της εξουσίας μια συνείδηση ευτελισμένη από το φόβο και μια σκέψη που μοιραία παραμένει φτωχή και αυτολογοκρινόμενη. Η μόνη που μπορεί σήμερα να την αποκαταστήσει, είναι η πάλη για μια πιο ανθρώπινη κοινωνία.
  Απόρροια της ελεύθερης ανταλλαγής και της ελεύθερης κυκλοφορίας αγαθών και ανθρώπων, η ελεύθερη έκφραση απειλείται σήμερα από το εμπορευματικό πνεύμα που πρωτοστάτησε στην γέννησή της. Ό,τι την άνοιγε παλιά σήμερα την κλειδώνει, καθώς σφίγγει γύρω από τον κόσμο ο κλοιός του κέρδους.
  Το θέαμα του κόσμου το οποίο παρακολουθούμε ως παθητικοί θεατές, μας προσφέρεται για να το δούμε και να το ακούσουμε σύμφωνα με φαινομενικά ποικίλα σενάρια, που μάλλον υπηρετούν τα συμφέροντα των σκηνοθετών και των εντολοδόχων τους, παρά τα δικά μας.
  Ό,τι προσφέρεται στη γνώση μας έχει υποστεί επεξεργασία στα παρασκήνια: ένα συγκεκριμένο φωτισμό, μια ευαίσθητη ή χοντροκομμένη ρητορική, μια τέχνη να αποκρύπτεις το ουσιαστικό και να διαχειρίζεσαι, προκαλώντας αναστάτωση, τη θλιβερή επιμονή και την επανάληψη, επικράτειες σκιων και σιωπών όπου φήμες και υποψίες συγχέονται.
  Ο αγώνας κατά της τυραννίας για τον οποίο καμαρώνει η ελευθερία του λόγου και της σκέψης, είναι απάτη αν ο πολίτης δεν μάθει να επισημαίνει και να διακρίνει πως οι πληροφορίες με τις οποίες του υπερφορτώνουν τα μάτια και τα αυτιά καθημερινά, σε τί συνομωσίες συμφερόντων υπακούουν, ή τουλάχιστον πώς διατάσσονται, κατευθύνονται, παραμορφώνονται.
  Δεν πρέπει να αγνοούμε πως ακόμα κι όταν διοχετεύονται χύμα, μας προσφέρονται με τη συσκευασία των μμε. Οφείλεις να τις ξετυλίξεις και να τις ξεδιαλέξεις όπως ακριβώς ξετυλίγονται και ξεδιαλέγονται τα καταναλωτικά προϊόντα που ενίοτε υπήρξαν, συχνά είναι και θα γίνουν γρήγορα σκουπίδια. Γιατί μετά τη διαλογή, δεν υπάρχει το παραμικρό που , γεννώντας την έλξη, την απώθηση ή την αδιαφορία, να μην μπορεί να υποκλαπεί, να αποκατασταθεί ή να μεταλλαχθεί, προκειμένουν να υπηρετήσει το ατομικό και το συλλογικό καλό.

  Η βλασφημία είναι το κατάλοιπο ενός θρησκευτικού ολοκληρωτισμού ασυμβίβαστου με την ανθρώπινη πρόοδο.
Η θρησκεία είναι υπόθεση προσωπικής συναλλαγής ανάμεσα σε αυτόν που την ασπάζεται και το υπερφυσικό ον που ο ίδιος διάλεξε να του καθορίζει την μοίρα. Είναι απαράδεκτο να επιβάλλεται ενός εκκλησιαστικού ή κρατικού θεσμού, ενώπιον του οποίου κάποιος θα έπρεπε να υποκλίνεται. Η ελευθερία να πιστεύει κανείς και να τελεί τελετές δεν μπορεί να συγχέεται με την αυθαίρετη εξουσία να τις συνιστά σε όσους δεν την συμμερίζονται.
  Αν υποχρεώνεις το παιδί να υποταχθεί σε ένα δόγμα χωρίς να το διαφωτίσεις προηγουμένως με τη συγκριτική μελέτη της εβραϊκής, της χριστιανικής, της ισλαμικής, της βουδιστικής, της ινδουιστικής, της κελτικής, της αρχαιοελληνικής ή της αζτεκικής μυθολογίας είναι σαν να το διαφθείρεις.

_______________________________________________

πηγή: Ραουλ Βάνεγκεμ, «Τίποτα  δεν είναι ιερό»

Μην συμμετέχετε στις φιέστες τους!

Αντισταθείτε στα πανηγυράκια του δικτατορίσκου Παπαδήμου και της υπόλοιπης συμμορίας! Μην αφήνετε τα παιδιά σας να συμμετέχουν στην παρέλαση. Μην πηγαίνετε εκτός κι αν είναι για να διαμαρτυρηθείτε.

Δεν έχουμε γιορτή σήμερα, έχουμε πένθος!

Τα καθάρματα του Κυνοβουλίου που πρόσκεινται σε ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΛΑΟΣ πρέπει να απομονωθούν και να τιμωρηθούν.

Το ίδιο πρέπει να γίνει και με όσους συνεχίζουν να τους ψηφίζουν.

Το ίδιο πρέπει να γίνει και με τα τσιράκια τους στην αστυνομία, στα δικαστήρια, στην εφορεία και στα υπόλοιπα υπουργεία.

Να αντιστέκεστε κάθε μέρα. Μην πληρώνετε τα χαράτσια τους. Μην πληρώνετε το φπα τους.

Να είστε αλληλέγγυοι στους αδύναμους και αμείλικτοι στους πολιτικάντιδες.

Δεν υποστηρίζουν τα συμφέροντά σας αλλά αυτά της Γερμανίας και των βιομηχάνων της.

Η δικτατορία δεν θα περάσει.

1 εκατομμύριο πήρε ο Τσουκάτος και το καθεστώς Παπαδήμου έδωσε άφεση αμαρτιών στην Siemens.

Μην τους δίνετε άφεση αμαρτιών, μην τους θεωρείτε αφελείς. Είναι επικίνδυνοι και είναι υπεύθυνοι για κάθε έναν άνθρωπο που αυτοκτονεί σήμερα λόγω χρεών.

Η ανάπτυξη που σας υπόσχονται όσο είναι στην εξουσία δεν θα έρθει ποτέ για εσάς.

Τέλος για όσους υποστηρίζουν πως η σημερινή κυβέρνηση έχει πάρει ψήφο κάνουν έναν τεράστιο λάθος- δεν ψήφισε κανείς για την υποταγή μας στο ΔΝΤ, την ΕΚΤ και την Ε.Ε.
Η αντίσταση είναι χρέος προς τα παιδιά μας. Ας τους χαρίσουμε έναν κόσμο όπου θα έχουν ελπίδα και πραγματική ελευθερία και δημοκρατία.

Η ευθύνη για τη βία ανήκει στον ισχυρό

Του Αυγουστινου Ζενακου* από την Καθημερινή

Η βία και η καταστροφή είναι καταδικαστέες. Αυτή όμως η δήλωση είναι τόσο χρήσιμη ως εργαλείο ανάλυσης όσο το να προσπαθείς να προσεγγίσεις τη λογοτεχνία με μόνον εξοπλισμό τη σκέψη «μου αρέσει η ομορφιά και δεν μου αρέσει η ασχήμια». Είναι, με άλλα λόγια, μια κοινοτοπία. Εκεί βρίσκεται η αντίρρησή μου με τους θρήνους για τις καταστροφές στην Αθήνα. Οχι στο ότι υποστηρίζω τη βία και την καταστροφή.

Επειδή, όμως, ακριβώς δεν τα υποστηρίζω, οφείλω να δω την πραγματικότητα: μια απονομιμοποιημένη κυβέρνηση (τα ποσοστά των κομμάτων έχουν καταβαραθρωθεί, ενώ ο σχηματισμός της ήταν, σύμφωνα με ορισμένους συνταγματολόγους, αντισυνταγματικός), φέρνει προς ψήφιση κατεπειγόντως ένα Μνημόνιο (πάλι αντισυνταγματικά, σύμφωνα με ορισμένους), με την αιτιολογία ότι δεν υπάρχει επιλογή (έστω αν αυτό έχει αποδειχθεί ψευδές στο παρελθόν – αλλά και τώρα, με την αναβολή του Eurogroup), και μια επίσης απονομιμοποιημένη Βουλή το ψηφίζει.

Εκατοντάδες χιλιάδες αντιδρούν και κατεβαίνουν στον δρόμο. Η αστυνομία τούς χτυπά απρόκλητα, με δυσανάλογη βία: τους πνίγει αδιάκριτα στα δακρυγόνα, ενώ οι εποχούμενες ομάδες της θερίζουν κεφάλια με τα κλομπ. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να μην ξεχνούμε το πιο σημαντικό: Σε μια διαδήλωση, οι προετοιμασμένοι για καταστροφή είναι ίσως μερικές χιλιάδες. Καθώς, ωστόσο, η αστυνομία επιτίθεται απρόκλητα σε εκατοντάδες χιλιάδες, που δεν προετοιμάστηκαν για καμία καταστροφή, αρκετοί αρχίζουν κι αυτοί τον πετροπόλεμο. Αμύνονται, οργίζονται, σπάνε, στήνουν οδοφράγματα, ανάβουν φωτιές για να αντέχονται τα δακρυγόνα. Αυτοί δεν είναι λίγοι προετοιμασμένοι. Είναι πολλοί και αυθόρμητοι. Και η αντίδρασή τους είναι ανθρώπινη μπροστά στην απρόκλητη βία. Θα έπρεπε να μας ανησυχεί αν δεν συνέβαινε, όχι επειδή συμβαίνει.

Αν, αντιμέτωποι με την έκρηξη «φυσιολογικών» ανθρώπων, η δική μας αντίδραση είναι ο θρήνος για τα νεοκλασικά κτίρια, τότε είμαστε ένα από δύο πράγματα: Είτε πολιτικά αφελέστατοι, που ζούμε σε γυάλα. Είτε πολιτικοί απολογητές ενός απονομιμοποιημένου καθεστώτος που εντέχνως, πίσω από τον θρήνο για τα κτίρια, πετυχαίνουμε να συγκαλύψουμε τον εγκληματικό ρόλο της αστυνομίας, την ολιγαρχική λειτουργία της κυβέρνησης και την έντονη αντίδραση των πολιτών και επιδιώκουμε, με πρόσχημα τη «νομιμότητα», την εισαγωγή ακόμη βιαιότερων κατασταλτικών μέτρων.

Με μια φράση: την ευθύνη για τη βία, αν είμαστε τίμιοι, την αναζητούμε πρωτίστως σε αυτόν που έχει την ισχύ. Και την ισχύ την έχουν η κυβέρνηση και η αστυνομία.

* Ο κ. Αυγουστίνος Ζενάκος είναι δημοσιογράφος. Αρθρογραφεί στο περιοδικό Unfollow.