Βίος και πολιτεία της ελληνικής δεξιάς- Μια μικρή ιστορική ανασκόπηση

Μια μικρή ιστορική ανασκόπηση της «δημοκρατικής» δεξιάς που από το 1955 έχει ρημάξει τον τόπο. Φυσικά ο σημερινός πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου είναι «άξιος συνεχιστής» του έργου της προδοτικής αυτής παράταξης και το γεγονός πως ο πατέρας του υπήρξε εκφραστής της αριστερής ιδεολογίας για μικρό χρονικό διάστημα δεν αποτελεί ελαφρυντικό.

Κωσταντίνος Καραμανλής. Το είδωλο του σημερινού δικτάτορα Γ.Α.Π.

  Από το 1955 εκφράζεται από την Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση (ΕΡΕ) με αναγνωρισμένο αρχηγό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή (1955 – 1963) και έπειτα τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Κοινωνικός κορμός της είναι η μεγαλοαστική τάξη με τα μονοπωλιακά συγκροτήματα και τον παρασιτικό της χαρακτήρα, πλαισιωμένη από τις πιο αντιδραστικές και οπισθοδρομικές δυνάμεις της κοινωνίας. Αν προστεθούν οι καθυστερημένοι — και πεινασμένοι — πληθυσμοί της ορεινής υπαίθρου και το σημαντικό πλήθος των εξαρτωμένων από την κρατική, ανακτορική και ξενική εύνοια, καθώς και ο υπόκοσμος των δοσιλόγων της Κατοχής, έχουμε το κοινωνικό αμάλγαμα της ελληνικής δεξιάς.

  Ιδεολογικά, η δεξιά εξέφραζε πάντοτε την άρνηση, ποτέ τη θέση. Επί Τρικούπη ήταν αντιτρικουπική, επί Βενιζέλου αντιβενιζελική. Και από τα χρόνια του πολέμου αντικομμουνιστική. Στην πραγματικότητα ήταν και παραμένει βαθύτατα αντιδημοκρατική και αντιπροοδευτική. Για να θεμελιωθούν οι παρατηρήσεις αυτές σημειώνουμε πρώτον την πεισματική προσήλωσή της σ’ ένα απαρχαιωμένο, σκοταδιστικό σύστημα εκπαιδεύσεως, που ήταν φραγμός στην πνευματική άνοδο του λαού, και στη συγκρότηση της υποδομής για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Και δεύτερο την ανορθόδοξη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος σ’ όλες τις περιόδους που κυβέρνησε η δεξιά. Ειδικότερα, η ΕΡΕ επεχείρησε το 1963 να αναθεωρήσει το Σύνταγμα με κατεύθυνση την ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας σε βάρος της νομοθετικής

  Στους άλλους τομείς η ιδεολογία της ΕΡΕ καθρεφτίζεται στο πρόγραμμα που εφήρμοσε στα εφτάμιση χρόνια διακυβερνήσεως. Στην εξωτερική πολιτική παρέμεινε ακλόνητα πιστή στο NATO και στην ευθυγράμμισή της με την πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών. Η συμμόρφωση στις απαιτήσεις του NATO και της Ουάσιγκτον είχε σαν αποτέλεσμα (για να περιοριστούμε μόνο στον στρατιωτικό τομέα) να φορτώνεται ο κρατικός προϋπολογισμός με δυσβάστακτες αμυντικές δαπάνες. Αναπόφευκτη συνέπεια ήταν η αδυναμία χαράξεως και εφαρμογής ενός στοιχειώδους προγράμματος κοινωνικής πολιτικής.

  Η οικονομική πολιτική της ΕΡΕ εκυριαρχείτο από το «ταμπού» της οικονομικής και νομισματικής σταθερότητας. Αλλά η φαινομενικά ορθή αυτή πολιτική πραγματοποιήθηκε με θυσίες μόνο των ασθενέστερων τάξεων. Εν ονόματι της σταθερότητας το εργατικό, υπαλληλικό και αγροτικό εισόδημα παρέμεινε καθηλωμένο, ελαττούμενο κατά το ποσοστό αυξήσεως των φόρων. Το μεγαλύτερο ποσοστό από την ετήσια αύξηση του εθνικού εισοδήματος το απορροφούσε η ολιγαρχία. Οι άλλες βασικές γραμμές της οικονομικής πολιτικής της ΕΡΕ ήσαν η ανάπτυξη της
ιδιωτικής πρωτοβουλίας, ο ελεύθερος συναγωνισμός και η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων (έστω και με όρους ιδιαίτερα επαχθείς).
Η ΕΡΕ — όπως και η εκάστοτε δεξιά — καταλαμβάνεται από ιερή αγανάκτηση όταν αποκαλείται «Δεξιά». Αυτοτιτλοφορείται «εθνικοφρόνων παράταξις», κάτι που οι αντίπαλοί της δεν παραλείπουν να σαρκάσουν διαβλέποντας ένα σύμπλεγμα ενοχής στη χρησιμοποίηση του όρου «εθνικόφρων» από την παράταξη που βαρύνεται με την παραδοχή της ξενικής κηδεμονίας και την απαλλοτρίωση της εθνικής ανεξαρτησίας.
Σημειώνουμε μερικές από τις χαρακτηριστικότερες δραστηριότητες της δεξιάς που απέληξαν σε βάρος του έθνους:

  α) Το 1897, με σημαία την «Μεγάλη Ιδέα», ξεκίνησε έναν τυχοδιωκτικό πόλεμο εναντίον της Τουρκίας. Αποτέλεσμα ήταν μια επονείδιστη ήττα και μια χρηματική αποζημίωση, που για να εξασφαλισθεί η πληρωμή της η Ελλάδα υποχρεώθηκε να δεχθεί «Διεθνή Οικονομικόν Έλεγχον», δηλ. έλεγχο επί των δημοσίων εσόδων της.

  β) Στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο ο Κωνσταντίνος και η σύζυγός του Σοφία (αδελφή του Κάιζερ) μετέδιδαν εθνικά μυστικά στο γερμανικό επιτελείο, διευκόλυναν την κατάληψη της ανατολικής Μακεδονίας από τους Βουλγάρους και παρέδωσαν εθελοντικά αιχμάλωτο στους Γερμανούς ένα σώμα στρατού.

  γ) Το 1922 η δεξιά έγινε υπεύθυνη της Μικρασιατικής καταστροφής, που ξερίζωσε από τις εστίες τους ενάμιση εκατομμύριο Ελλήνων,

  δ) Στην Κατοχή η δεξιά έμεινε μακριά από την Εθνική Αντίσταση, αλλά προμήθευσε στον κατακτητή και τους τρεις Κούισλιγκς πρωθυπουργούς (στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου, καθηγητής Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, Ιωάννης Ράλλης), καθώς και εκατοντάδες υπουργούς, νομάρχες, καταδότες, βασανιστές…

  ε) Το 1959 ανεγνώρισε στην Τουρκία δικαιώματα στρατιωτικής εγκαταστάσεως στην Κύπρο και συγκυβερνήσεως (συμφωνίες Ζυρίχης — Λονδίνου 1959)

  Αναφέραμε ότι το κύριο ιδεολογικό Πιστεύω της ΕΡΕ (και της Χούντας που είναι η νεοφασιστική απόφυση της δεξιάς) είναι ο αντικομμουνισμός. Και πραγματικά στις σχέσεις της με τον κομμουνισμό η δεξιά υπήρξε πάντοτε αδυσώπητα εχθρική. Ωστόσο, για όσους ζούσαν από κοντά τη βρώμικη ατμόσφαιρα της ελληνικής πολιτικής ζωής δεν ήταν δύσκολο να διακρίνουν ότι πίσω από την υστερία του αντικομμουνισμού κυριαρχούσε το στοιχείο του πολιτικού υπολογισμού. Δεν είναι υπερβολή αν πούμε ότι η ύπαρξη ισχυρής κομμουνιστικής κινήσεως είχε γίνει για τη δεξιά βιολογική ανάγκη. Για να γίνει κατανοητό αυτό θυμίζουμε ότι οι εμφύλιοι πόλεμοι, έντεχνα διαστρεβλωμένοι από την κρατική προπαγάνδα, είχαν εκθρέψει σε τμήματα του αγροτικού πληθυσμού ένα έντονο αντικομμουνιστικό αίσθημα, το οποίο η δεξιά εξαργύρωνε διπλά: Πρώτον, στις εκλογικές αναμετρήσεις, όπου εξασφάλιζε — με την συνδρομή εννοείται και της χωροφυλακής — τις ψήφους των αντικομμουνιστικών περιοχών, παρά τη δυσμενή για τους αγρότες κατανομή του ισχνού εθνικού εισοδήματος.

  Δεύτερον, απέναντι των ξένων κηδεμόνων, για τους οποίους η δύναμη υποστηρίξεως και το ύψος της παρεχομένης βοηθείας μετριόταν με το βαθμό του αντικομμουνιστικού μένους.Όταν με το πέρασμα του χρόνου οι αναμνήσεις των εμφυλίων πολέμων άρχισαν να ξεθυμαίνουν, και να εκδηλώνονται τάσεις συμφιλιωτικές, η ηγεσία της δεξιάς αντέδρασε με μεθοδικές προσπάθειες, όχι μόνο για να συγκρατήσει τη δική της πολιτική επιρροή, αλλά και για να μη εξασθενίσει — πέρα από ένα σοφά υπολογισμένο όριο — η δύναμη της αριστεράς. Η πολιτική «πολώσεως» ήταν αδύνατο να οικοδομηθεί αν η δύναμη του κομμουνισμού έπεφτε σε χαμηλό επίπεδο.

   Για να νέμεται ανενόχλητα την εξουσία η δεξιά εφάρμοσε τη στρατηγική της «κατευθυνόμενης τριχοτομήσεως» στην ελληνική πολιτική ζωή. Έχοντας ένα πραγματικό ποσοστό λαϊκής δυνάμεως γύρω στο 30% και τεντώνοντας αυτό — με μεθόδους βίας, νοθείας και εκλογικού συστήματος — στο 40 -50% κατόρθωνε να κυριαρχεί. Ταυτόχρονα επαγρυπνούσε ώστε ο συσχετισμός μεταξύ κέντρου και αριστεράς να διατηρείται σε αναλογία που να καθιστά αδύνατη τη διεκδίκηση της πρώτης θέσεως από το κέντρο. (Ιδεώδεις αναλογίες ήσαν 30 – 35% κέντρου, 15 – 20% αριστεράς). Αν το ρυθμισμένο αυτό παιγνίδι των αριθμών δεν λειτουργούσε καλά και η αριστερά έπεφτε στο 10 – 15%, τότε το κέντρο με 40 – 45% είχε πολλές πιθανότητες ν’ αποσπάσει την εξουσία από την δεξιά. Άρα το συμφέρον της αντικομμουνιστικής δεξιάς ήταν η συντήρηση του κομμουνισμού σε σχετικά υψηλά — αλλά ρυθμισμένα — επίπεδα.

________________________________________________________________

πηγή: Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα, Κατρής Γιάννης

Advertisements