Αν ο Ιησούς ερχόταν σήμερα τί θα έλεγε στους υπαλλήλους του;

Αν και όλοι μας γνωρίζουμε πως ουδέποτε υπήρξε Ιησούς ως ιστορικό πρόσωπο εντούτοις ο παρακάτω φανταστικός λόγος προς τους οπαδούς του αποδίδει την αποσύνθεση του συστήματος της θρησκείας από τους ίδιους τους ιερείς που υποτίθεται πως εκπροσωπούν τον «θεό της αγάπης».

– Μα εγώ δεν είμαι χριστιανός, βρε σαφρακιάρηδες. Κι εσείς μοιάζετε σε μένα, όσο μοιάζει ο ρυπαρός ιπποπότα­μος στο περήφανο άλογο με το κατάλευκο δέρμα και τα κατάμαυρα μάτια. Όλους εσάς δεν ήρθα να σώσω. Να σας καταγγείλω ήρθα, και να σας φραγγελώσω.

Το μυαλό σας, την ψευτιά σας, την αχρεία ψυχή, και τις δολερές σας πράξεις. Αυτά είχα στο νου μου, την ώρα που τίναζα τα αστροπελέκια με τα απανωτά «ουαί» για τη φαρισαϊκή ηθική σας. Με αστραπές τρεκλές, με βροντή και με λάμψη εμαστίγωσα την υποκρισία σας. Και σεις με κάματε ση­μαία στα ψεύδη και σάλπιγγα στις πομπές σας.

Γιατί όλοι σας, από τον πάπα της Ρώμης και τον πατριάρχη της Πό­λης, από το σοφό θεολόγο και το φοροφυγά επίτροπο της ενορίας ως τον τουρλωτό καθηγούμενο του μοναστηριού, είσαστε ίδιοι οι τάφοι που παράσταινα. Γιομάτοι ακαθαρ­σίες, μύγα κουλουμωτή, και σάπια κόκαλα. Και τούτο το τέρας των τεράτων δύο χιλιάδες χρόνους τώρα. Το σέρνετε και χαράζετε την τροχιά της ιστορίας, όπως οι Τρώες που έσερναν εκείνο το ξύλινο άλογο με χαχανητά και αλλη­λούια από τα τείχη στην πόλη. Χωρίς να ξέρουν ότι ετοί­μαζαν το χαμό τους.

Σας βλέπω χωσμένους στα ερείπια της ιστορίας, που οι ίδιοι στο όνομά μου θα την γκρεμί­σετε. Διπλοεντέληνοι και παχυμουλαράτοι. Κακά σας έμα­θε, όποιος σας είπε ότι σας φέρνω ειρήνη.

Ρομφαία και μαχαίρια σας έφερα. Και το μεγάλο πόλεμο στον εαυτό σας πρώτα, και ύστερα στους υποκριτές του κόσμου. Καμωθήκατε πως δεν καταλάβατε αυτά που σας είπα. Όμως τα λόγια μου ήσαν κρυστάλλινα και καθαρά σαν τα μάτια μου. Εκείνος που είναι να τραβήξει το δρόμο μου, είπα, θα σηκώσει τον δικό του σταυρό. Αλλο πέρασμα δεν υπάρχει. Ούτε άλλη ερμηνεία στα λόγια μου.

Μα εσείς διακωμωδήσατε την τραγωδία. Ανοίξατε πόρτα εκεί που δεν υπάρχει. Την οδηγία μου την κατεβάσατε στη λασπουριά και στα έλη σας. Όπου κοάζετε και βουτάτε με τους βαθράκους.

Εγώ να σηκώσω τις δικές σας αμαρτίες; Για ποιο λόγο τάχα, χαραμήδες; Το χρώσταγα στην αμά­θεια, στην οκνηρία, στο βόλεμά σας; Στο λιανό άντερο και στο χοντρό σας; Ναι. Είναι αλήθεια πως σας ζήτησα ν’ αγαπάτε τους άλλους. Αλλά πώς ημπορείτε, θεομπαίχτες, ν’ αγαπάτε τους άλλους, αν δεν πάψετε πρώτα ν’ αγαπάτε τον εαυτό σας;

Που ο καθένας σας πιστεύει πως είναι ο άξονας, που γύρω του κινείται η γη και η ιστορία; Με παραχαράξατε ως το τελευταίο μου κύτταρο. Και διδάξατε πονηρά ότι ανέβηκα στο σταυρό, για να σας λυτρώσω, Όχι. Εκείνος που είναι να σωθεί, που σημαίνει εκείνος που διάλεξε τη ζωή της αρετής και του δίκιου, θα τραβή­ξει αναπόφευγα για το δικό του λόφο και το δικό του όρος. Τέλος, κιοτήδες και κάλπηδες. Αγιορείτες, μαδεμλίνοι, δομηνικανοί, σαβουρώματα.

Τέλος.

Αρκετά στο όνομά μου σταυρώσατε το ανθρώπινο γένος!

πηγή: Λιαντίνης, «Γκέμμα»

– Μα εγώ δεν είμαι χριστιανός, βρε σαφρακιάρηδες. Κι εσείς μοιάζετε σε μένα, όσο μοιάζει ο ρυπαρός ιπποπότα­μος στο περήφανο άλογο με το κατάλευκο δέρμα και τα κατάμαυρα μάτια. Όλους εσάς δεν ήρθα να σώσω. Να σας καταγγείλω ήρθα, και να σας φραγγελώσω. Το μυαλό σας, την ψευτιά σας, την αχρεία ψυχή, και τις δολερές σας πράξεις. Αυτά είχα στο νου μου, την ώρα που τίναζα τα αστροπελέκια με τα απανωτά «ουαί» για τη φαρισαϊκή ηθική σας. Με αστραπές τρεκλές, με βροντή και με λάμψη εμαστίγωσα την υποκρισία σας. Και σεις με κάματε ση­μαία στα ψεύδη και σάλπιγγα στις πομπές σας. Γιατί όλοι σας, από τον πάπα της Ρώμης και τον πατριάρχη της Πό­λης, από το σοφό θεολόγο και το φοροφυγά επίτροπο της ενορίας ως τον τουρλωτό καθηγούμενο του μοναστηριού, είσαστε ίδιοι οι τάφοι που παράσταινα. Γιομάτοι ακαθαρ­σίες, μύγα κουλουμωτή, και σάπια κόκαλα. Και τούτο το τέρας των τεράτων δύο χιλιάδες χρόνους τώρα. Το σέρνετε και χαράζετε την τροχιά της ιστορίας, όπως οι Τρώες που έσερναν εκείνο το ξύλινο άλογο με χαχανητά και αλλη­λούια από τα τείχη στην πόλη. Χωρίς να ξέρουν ότι ετοί­μαζαν το χαμό τους. Σας βλέπω χωσμένους στα ερείπια της ιστορίας, που οι ίδιοι στο όνομά μου θα την γκρεμί­σετε. Διπλοεντέληνοι και παχυμουλαράτοι. Κακά σας έμα­θε, όποιος σας είπε ότι σας φέρνω ειρήνη. Ρομφαία και μαχαίρια σας έφερα1. Και το μεγάλο πόλεμο στον εαυτό σας πρώτα, και ύστερα στους υποκριτές του κόσμου. Καμωθήκατε πως δεν καταλάβατε αυτά που σας είπα. Όμως τα λόγια μου ήσαν κρυστάλλινα και καθαρά σαν τα μάτια μου. Εκείνος που είναι να τραβήξει το δρόμο μου, είπα, θα σηκώσει τον δικό του σταυρό1. Αλλο πέρασμα δεν υπάρχει. Ούτε άλλη ερμηνεία στα λόγια μου. Μα εσείς διακωμωδήσατε την τραγωδία. Ανοίξατε πόρτα εκεί που δεν υπάρχει. Την οδηγία μου την κατεβάσατε στη λασπουριά και στα έλη σας. Όπου κοάζετε και βουτάτε με τους βαθράκους. Εγώ να σηκώσω τις δικές σας αμαρτίες; Για ποιο λόγο τάχα, χαραμήδες; Το χρώσταγα στην αμά­θεια, στην οκνηρία, στο βόλεμά σας; Στο λιανό άντερο και στο χοντρό σας; Ναι. Είναι αλήθεια πως σας ζήτησα ν’ αγαπάτε τους άλλους. Αλλά πώς ημπορείτε, θεομπαίχτες, ν’ αγαπάτε τους άλλους, αν δεν πάψετε πρώτα ν’ αγαπάτε τον εαυτό σας; Που ο καθένας σας πιστεύει πως είναι ο άξονας, που γύρω του κινείται η γη και η ιστορία; Με παραχαράξατε ως το τελευταίο μου κύτταρο. Και διδάξατε πονηρά ότι ανέβηκα στο σταυρό, για να σας λυτρώσω, Όχι. Εκείνος που είναι να σωθεί, που σημαίνει εκείνος που διάλεξε τη ζωή της αρετής και του δίκιου, θα τραβή­ξει αναπόφευγα για το δικό του λόφο και το δικό του όρος. Τέλος, κιοτήδες και κάλπηδες. Αγιορείτες, μαδεμλίνοι, δομηνικανοί, σαβουρώματα. Τέλος. Αρκετά στο όνομά μου σταυρώσατε το ανθρώπινο γένος!
Advertisements

2 σκέψεις σχετικά με το “Αν ο Ιησούς ερχόταν σήμερα τί θα έλεγε στους υπαλλήλους του;

  1. Καλέ μου stardust30 τι να πιάσεις από αυτό το βιβλίο και τι να αφήσεις…
    Ούτε μια λέξη περιττή δεν έχει μέσα. Και η Γκέμμα και τα Ελληνικά.

Τα σχόλια είναι κλειστά.