Περί Μ.Α.Τ. και δακρυγόνων

Ο αμερικανικός δάκτυλος στη δημιουργία των ΜΑΤ

Ολα ξεκίνησαν το 1961. «Ημουνα τότε υπαστυνόμος», θυμάται ο κ. Ψυχογιός εμπνευστής της δημιουργίας τους, «και μ’ έστειλε η υπηρεσία στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής για να εκπαιδευτώ στο riot control [έλεγχος ταραχών].

Μέχρι τότε δεν είχαμε οργανωμένη υπηρεσία για ν’ αντιμετωπίζει τις συγκεντρώσεις. Επιανε κάθε μέρα η υπηρεσία τον τάδε ή τον δείνα αστυφύλακα, και τον έστελνε να τα βγάλει πέρα. Ανεκπαίδευτος, ανοργάνωτος.

Αποφάσισαν λοιπόν τότε οι Αμερικανοί και μας είπαν να στείλουμε μερικούς αξιωματικούς της αστυνομίας. Δώσαμε εξετάσεις στην αγγλική γλώσσα κι έστειλαν εμένα, τον Γεώργιο Σαμπάνη -που αργότερα έγινε αρχηγός του σώματος- και τον Θεόδωρο Χαρλαύτη, που συνέχισε στα μηχανοκίνητα«.


Η χρονική συγκυρία αυτής της αποστολής αποτελεί αντικείμενο προς διερεύνηση. Γεγονός είναι ότι λίγο νωρίτερα, την 1η Δεκεμβρίου 1960, το κέντρο της Αθήνας είχε μετατραπεί σε πεδίο άγριων συγκρούσεων ανάμεσα στην αστυνομία και χιλιάδες απεργούς οικοδόμους, με δεκάδες τραυματίες από κάθε πλευρά. Μικρότερης έκτασης συγκρούσεις είχαν σημειωθεί και την Πρωτομαγιά του 1960. Τα γεγονότα εκείνα θεωρούνται σήμερα ως η ληξιαρχική πράξη γέννησης του μαζικού δημοκρατικού κινήματος της δεκαετίας του ’60, που κορυφώθηκε με τους αγώνες του 1-1-4 και τις κινητοποιήσεις του 1965.

Στις ΗΠΑ, η ομάδα Ψυχογιού παρέμεινε 4 μήνες. «Πήγαμε σε διάφορες Πολιτείες, εκεί που παρήγαγαν τα δακρυγόνα, μας έδειξαν πώς είναι οργανωμένοι. Σε κάθε πόλη που πηγαίναμε, μας δείχνανε τι έχουν. Δεν μας έκαναν κάποια ειδική εκπαίδευση«.

Σήμερα, πάντως, ο ίδιος δηλώνει πως δεν εντυπωσιάστηκε ιδιαίτερα απ’ αυτή την ξενάγηση: «Στο θέμα της αντιμετωπίσεως των διαδηλώσεων δεν ήταν και πολύ καλύτεροι από εμάς. Είχαν όμως ένα εργοστάσιο στο Σάλτσμπουργκ, που φτιάχνει τα δακρυγόνα. Πήγαμε εκει πέρα, μιλήσαμε και μας τα πουλάγανε».


Λεμπόν και δακρυγόνα

Ο εξοπλισμός των ελληνικών σωμάτων ασφαλείας με δακρυγόνα φαίνεται πως υπήρξε το πιο απτό αποτέλεσμα αυτής της επίσκεψης. Σύμφωνα με τον συνομιλητή μας, η χρήση τους ήταν πρακτικά άγνωστη ώς τότε. Τον ισχυρισμό του επιβεβαιώνει, εν μέρει τουλάχιστον, ο μετεμφυλιακός κανονισμός της Αστυνομίας Πόλεων «περί παρανόμων συγκεντρώσεων και τρόπου διαλύσεως αυτών» (1952), που αγνοεί εντελώς τα εν λόγω υλικά.

Σύμφωνα πάλι με το επίσημο λεύκωμα του σώματος, μόλις τον Δεκέμβριο του 1960 το «Τμήμα Χρησιμοποιήσεως Δακρυγόνων Αερίων» της Γενικής Ασφάλειας εντάχθηκε στη νεοσύστατη Μηχανοκίνητη Υποδιεύθυνση, που ήταν αρμόδια για την αντιμετώπιση των διαδηλώσεων, «απάντων των υπαλλήλων ταύτης εις τα όπλα εκτοξεύσεως βολίδων και ρίψιν χειροβομβίδων δακρυγόνων αερίων» («Τα 40 χρόνια της Αστυνομίας Πόλεων», Αθήναι 1962, σ.132).


Στο πρώτο του εγχειρίδιο, που εκδόθηκε το 1966, ο Ηλίας Ψυχογιός δεν κρύβει το θαυμασμό του γι’ αυτά τα καινούρια όπλα: «Τα χημικά μέσα είναι το πλέον αποτελεσματικόν όπλον εις τας χείρας της Αστυνομίας προς διάλυσιν συναθροίσεων. Δια των δακρυγόνων, λύεται δια την Αστυνομίαν το σοβαρόν θέμα της αντιμετωπίσεως μεγάλου αριθμού ανθρώπων αποτελούντων συνάθροισιν. Η αριθμητική υπεροχή του πλήθους, δεν αποτελεί πλέον θέμα δια την Αστυνομίαν. Η Αστυνομία κατέστη ισχυροτέρα οιασδήποτε συναθροίσεως» («Συναθροίσεις και οχλοκρατικαί εκδηλώσεις. Αντιμετώπισις αυτών», Αθήναι 1966, σ.46).

Είναι προφανές ότι η ενδιάμεση εμπειρία των Ιουλιανών, με τη μαζική χρήση χημικών αερίων από την αστυνομία, είχε ενισχύσει την εμπιστοσύνη του στα νέα όπλα. Ο συνομιλητής μας, ωστόσο, θυμάται την εποχή εκείνη σαν την πιο δύσκολη φάση της καριέρας του: «Τα Ιουλιανά ήταν τα χειρότερα. Είχανε βάλει μπροστά τους οικοδόμους και μας πλακώσανε μια φορά εκεί στην πλατεία Βάθης στο ξύλο και στις πέτρες, σπάζανε τα πεζοδρόμια και τα πετάγανε. Ητανε παλικάρια αυτοί. Τους είχανε παρασύρει, ήσανε εμπροσθοφυλακές. Με τι να τους αντιμετωπίσουμε εμείς;«

Πέρα από την αξιοποίηση των δακρυγόνων, η αμερικανική εκπαίδευση είχε μάλλον περιορισμένη συμβολή στην αναβάθμιση των εγχώριων κατασταλτικών μηχανισμών.

Η «τεθωρακισμένη ίλη εφόδου» που συγκροτήθηκε τον Απρίλιο του 1947, ως συνέχεια της περιβόητης κατοχικής μονάδας του Μπουραντά, μετασχηματίσθηκε μεν το φθινόπωρο του 1960 σε «Μηχανοκίνητον Υποδιεύθυνσιν» (και την επόμενη χρονιά διαφημίστηκε -ως «Τμήμα Κρούσεως»- στα επίσημα «Αστυνομικά Χρονικά»), η δύναμή της όμως περιοριζόταν σε κάποιες απαρχαιωμένες «αύρες» βρετανικής προέλευσης. «Σε μερικά απ’ αυτά τα οχήματα, δεν έστριβαν καν τα τιμόνια για να φέρουμε βόλτα γύρω-γύρω την Ομόνοια», θυμάται ο κ. Ψυχογιός.


Με μια τέτοια «αύρα» θα επέμβει ο ίδιος τη νύχτα του Πολυτεχνείου (16.11.73) εναντίον των διαδηλωτών που πολιορκούσαν το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως, στην οδό Μάρνη. Για την ενέργειά του αυτή, η υπηρεσία τον τίμησε με αναμνηστικό δίπλωμα.

Απροσδιόριστη παραμένει, επίσης, η υπερατλαντική συμβολή στην πολιτικοϊδεολογική επένδυση αυτού του εκσυγχρονισμού. Ολα τα εγχειρίδα του κ. Ψυχογιού ασχολούνται εκτενώς με την «ψυχολογία του όχλου», που αποτελεί και το βασικό αναλυτικό τους εργαλείο. Ως βιβλιογραφία παρατίθενται η «Εγκληματολογία» του Γαρδίκα κι οι ελληνικές εκδόσεις των Φρόιντ και Λεμπόν. Κατά πάσα πιθανότητα, η πηγή της έμπνευσης θα πρέπει ν’ αναζητηθεί στην αθηναϊκή Πάντειο, από τα θρανία της οποίας πέρασε επίσης ο συγγραφέας, κι όχι στην μακρινή Ουάσιγκτον.

ΜΑΤ και ΜΕΑ

Η τομή θα σημειωθεί λίγο μετά τη Μεταπολίτευση. «Οταν ήρθε ο Καραμανλής από το εξωτερικό», θυμάται ο συνομιλητής μας, «εμείς δεν είχαμε ειδικά σώματα για ν’ αντιμετωπίσουμε αυτές τις καταστάσεις. Φώναξε τότε τον υπουργό και του είπε ‘φτάξτε τα’. Καθήσαμε στο Υπουργείο μια ομάδα αξιωματικών και τα σχεδιάσαμε.

Δεν υπήρχε πρότυπον, τίποτα. Το βασικό, τους έλεγα εγώ, είναι να φτιάξουμε μια δύναμη που θα απασχολείται αποκλειστικά (ή σχεδόν αποκλειστικά) με το θέμα αυτό. Να υπάρχουν 100 άνδρες και, όταν χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε κάποια συνάθροιση, να καλούμε αυτούς κι όχι άλλους.

Φτιάξαμε έτσι μια ωραία οργάνωση των ΜΑΤ. Πήραμε διάφορα όργανα: ασπίδες, δακρυγόνα κλπ. Πήραμε προσφορές για θωρακισμένα από διάφορα κράτη και τελικά επιλέξαμε να αγοράσουμε ‘αύρες’ από το Βέλγιο. Με έστειλε η υπηρεσία εκεί για να τα εξετάσω, μαζί με κάτι άλλους αξιωματικούς. Μας είπανε να πάρουμε τα καλύτερα. Οταν τα φέραμε, ο αρχηγός -που δεν ήξερε να τα δουλεύει- μου λέει ‘οργάνωσέ τα εσύ‘».

Συγκροτήθηκαν έτσι τα ΜΑΤ (Μονάδες Αποκαταστάσεως Τάξεως). Η ιδέα της ονομασίας τους ανήκε στον μετέπειτα υπουργό Αναστάσιο Μπάλκο. Για τη συγκρότηση των μονάδων δεν χρειάστηκε να ψηφιστεί ειδικός νόμος. Αρκούσε μια απλή υπουργική απόφαση.


Η δύναμή τους ήταν 150 αστυνομικοί στην Αθήνα. Μια δεύτερη μονάδα ΜΑΤ φτιάχτηκε στη Θεσσαλονίκη, ενώ αντίστοιχο σώμα οργανώθηκε κι από τη Χωροφυλακή. Για τις μετακινήσεις τους, αγοράστηκαν το 1976 ειδικά οχήματα από τη Γαλλία. Οσο για τις βελγικές αύρες, η άφιξη της πρώτης δεκάδας («εξ ικανού αριθμού παραγγελθέντων») προβλήθηκε πανηγυρικά από το επίσημο περιοδικό του σώματος («Η Αστυνομία εκσυγχρονίζεται. Σύγχρονα ειδικά οχήματα αντιμετωπίσεως παρανόμων συγκεντρώσεων», Αστυνομικά Χρονικά 11.1974, σ.1010-1013).

Η εκπαίδευση των ΜΑΤ γινόταν από τον κ. Ψυχογιό. «Τους έκανα ομαδικές ασκήσεις, τίποτα δακρυγόνα, κάποιους σχηματισμούς, πώς μπορούν να αντιμετωπίζουνε τις καταστάσεις«. Ως διδακτέα ύλη χρησιμοποιούσε τα δικά του εγχειρίδια. «Ολες τις γνώσεις που έχω αποκτήσει για το ζήτημα, τις έχω αποτυπώσει στα βιβλία μου. Κάθε φορά που έκανα νέα έκδοση, έβλεπα πού πάσχει το σύστημα και το προσάρμοζα. Δεν είμαι ο θεωρητικός, όπως με είχαν ονομάσει τότε, ήμουνα της πράξης, αφού ήμουνα ο επικεφαλής σ’ αυτές τις επιχειρήσεις«.

Ως αρχική ιδέα χρησιμοποίησε όσα είχε δει στην Αμερική, επέφερε όμως αλλαγές για να τα προσαρμόσει «στα ελληνικά δεδομένα». Ενίσχυσε, λχ, το βάθος της αστυνομικής παράταξης που έρχεται αντιμέτωπη με τους διαδηλωτές: «Τους μάζεψα όλους μαζί, για να μην μπορούνε να μας διασπάσουν, μπροστά οι ψηλοί και οι πιο δυνατοί«. Κάποιες από τις ιδέες του, όπως η «σφήνα» (για τον διεμβολισμό των συγκεντρώσεων και την «ριζικήν μεταβολήν της ψυχολογίας των εις το κέντρον της μάζης ευρισκομένων»), ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν στην πράξη.

Ο ίδιος επέβλεψε τη συγκρότηση και του δεύτερου ειδικού αστυνομικού σώματος, των «Μονάδων Ειδικών Αποστολών» (ΜΕΑ). Αφορμή στάθηκε η πολιορκία του γιατρού Βασίλη Τσιρώνη στο σπίτι του, το 1978.

«Με καλεί τότε ο υπουργός, ο κ. Μπάλκος. Του λέω, ‘δεν έχω κανέναν ικανό να πάει να πιάσει τον Τσιρώνη. Ο Τσιρώνης είναι παλικάρι, δεν είναι ανθρωπάκι. Ποιος θα τον αντιμετωπίσει; Πρέπει να οργανώσουμε μια ειδική υπηρεσία’. Μου λέει, ‘κάνε το’. Βγάλαμε λοιπόν μια ανοιχτή πρόσκληση για εθελοντές, μάζεψα καμιά δεκαπενταριά άντρες καλούς, κάναμε και μια ψευτοεκπαίδευση (πώς να αναρριχηθούμε, κλπ) κι ήμασταν έτοιμοι«.

Η αποστολή ολοκληρώθηκε τη νύχτα της 11ης Ιουλίου 1978, με την επιδρομή των ΜΕΑ και το θάνατό του Τσιρώνη. «Αυτοκτονία» ήταν η επίσημη εκδοχή -και τη συμμερίζεται, φυσικά, ολόψυχα ο συνομιλητής μας.


Αργότερα, μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, τα ΜΕΑ θα υποκαταστήσουν προσωρινά τα ΜΑΤ, ως αιχμή του δόρατος της πολιτικής καταστολής. Ντυμένοι με πολιτικά, οι άνδρες τους μπορούσαν να διαλύουν στα μουλωχτά ανεπιθύμητες συγκεντρώσεις (όπως του κινήματος για το στρατό), χωρίς να εκτίθεται δημόσια η πολιτική ηγεσία της «Αλλαγής».

Μια «καλή επιχείρηση»

Ας επιστρέψουμε, όμως, στον κ. Ψυχογιό και τις αναμνήσεις του. Η εικόνα που δίνει για τη μεταπολιτευτική δράση των ΜΑΤ, τρεις δεκαετίες αργότερα, είναι αυτή μιας ως επί το πλείστον ειρηνικής διαμεσολάβησης: «Σχεδόν ποτέ δεν συγκρουσθήκαμε μετωπικά με τους διαδηλωτές. Μπορώ να πω ότι είχα αποκτήσει φιλία με τους επικεφαλής των συγκεντρώσεων. Μαζευόμασταν στην Ομόνοια και τους έλεγα: ‘Κάνετε ό,τι θέλετε, μόνο μη μας πειράξετε, γιατί αυτούς εδώ (έδειχνα τα ΜΑΤ) δεν μπορώ να τους συγκρατήσω’. Και συνήθως έβαιναν καλώς τα πράγματα«.

Για το ψευδές αυτής της δήλωσης υπάρχουν οι εξής δύο κραυγαλέες περιπτώσεις. Η πρώτη απόπειρα του ΕΚΚΕ να πραγματοποιήσει την Πρωτομαγιά του 1977 πορεία από το πεδίο του Αρεως προς το σκοπευτήριο της Καισαριανής. Τα ΜΑΤ τους περίμεναν στο ύψος του αγάλματος της Αθηνάς. Οι διαδηλωτές δοκίμασαν να προχωρήσουν χρησιμοποιώντας σαν δόρατα τα κοντάρια των σημαιών τους, περικυκλώθηκαν όμως από υπέρτερες αστυνομικές δυνάμεις κι εξαναγκάστηκαν σε συντεταγμένη υποχώρηση.

Η δεύτερη σύγκρουση, ήταν το χτύπημα όσων αποπειράθηκαν να σπάσουν την κυβερνητική απαγόρευση της πορείας του Πολυτεχνείου το 1977:

«Μόλις περάσανε τα Χαυτεία, στέλνω μια μονάδα να τους σταματήσει. Την διέλυσαν αμέσως με τα κοντάρια. Λέω τότε να προχωρήσουν τα ΜΑΤ, αφού πρώτα φρόντισα -με τις μονάδες που είχα τριγύρω- να τους κλείσω την οπισθοχώρηση. Οταν με ειδοποιούν ότι ‘κλείσαμε’, δίνω εντολή να επιτεθούν τα ΜΑΤ. Εγινε μακελειό. Τότε ο Καραμανλής ρώτησε ‘ποιος είναι ο επικεφαλής, να τον συγχαρώ’. Του άρεσε πολύ ότι τους είχα κλείσει την οπισθοχώρηση. Ηταν μια πολύ ωραία επιχείρησις«

Το αμερικανικό μοντέλο των ΜΑΤ

Δυστυχώς υπάρχει η υπερατλαντική εμπειρία που διαψεύδει τις αισιόδοξες εκτιμήσεις ότι το νέο πέρασμα των αστυνομικών από τα στρατιωτικά κέντρα εκπαίδευσης θα περιοριστεί σε σωματικές ασκήσεις βελτίωσης της φυσικής τους κατάστασης. Ολα δείχνουν, αντίθετα, ότι το αμερικανικό μοντέλο «μεταφοράς τεχνογνωσίας» από το στρατό στα σώματα ασφαλείας, μοντέλο που μεταφυτεύεται σε όλη τη Δύση με πρόσχημα την καταπολέμηση των «ασύμμετρων απειλών», έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό των θυμάτων της αστυνομικής βίας και -κυρίως- οπλοχρησίας.

Η διαδικασία αυτή ξεκίνησε με τη δημιουργία των πρώτων παραστρατιωτικών αστυνομικών μονάδων SWAT (Ειδικών Οπλων και Τακτικών), τη δεκαετία του 1970, υπό την επίβλεψη του αμερικανικού στρατού. Ακολούθησε η θέσπιση ενός προγράμματος για τη «μεταφορά τεχνολογίας» από το στρατό προς την αστυνομία (1995), ο πολλαπλασιασμός αυτών των μονάδων σε όλη την επικράτεια κι ο εξαπλασιασμός της δραστηριότητάς τους μέσα σε μια δεκαετία. Τα μισά απ’ αυτά τα Σώματα έχουν εκπαιδευτεί απευθείας από τις ειδικές μονάδες του στρατού σε «ανορθόδοξο πόλεμο» (συχνά από εκπαιδευτές με προϋπηρεσία στους «βρώμικους πολέμους» της Κεντρικής Αμερικής), ενώ άλλο ένα 30% έχουν εκπαιδευτεί από αξιωματικούς της αστυνομίας που αποφοίτησαν από στρατιωτικά προγράμματα [Frank Morales, «The Militarization of the Police», Covert Action Quarterly, 67 (1999)].

Τελικό αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας υπήρξε η απότομη αύξηση της οπλοχρησίας (και των φόνων πολιτών) από αστυνομικούς: από 62 το 1992 σε 205 το 1998 (όπ.π.). Καθόλου τυχαία, καθώς βασικό στοιχείο των σχετικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων είναι η εξοικείωση των στρατιωτών με την ιδέα του φόνου και η άρση κάθε αναστολής όσον αφορά τους πυροβολισμούς εναντίον ανθρώπινων στόχων. Σαν να πρόκειται για αναίμακτο, ηλεκτρονικό war game…

Χημικά όπλα

Σε περίπτωση πολέμου τα «δακρυγόνα» παραμένουν απαγορευμένα όπλα. Μας το θυμίζει όχι μόνο το σχετικό εγχειρίδιο του αμερικανικού στρατού, που παραθέτει και τις «εξαιρέσεις» που θέσπισαν οι ΗΠΑ για τον εαυτό τους (U.S. Army Medical Department «Medical aspects of chemical and biological warfare», Ουάσιγκτον 1997, σ. 308) αλλά και η πρόσφατη φιλολογία σχετικά με την ενδεχόμενη χρήση τέτοιων αερίων από τους εισβολείς στο Ιράκ («Ε» 7.2.03).

Το CS χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τους Αγγλους το 1961 βέβαια η χρήση του περιοριζόταν στις αποικίες, εναντίον των εξεγερμένων ιθαγενών. Η εισαγωγή του CS στο οπλοστάσιο της μητροπολιτικής βρετανικής αστυνομίας, τη δεκαετία του ’80, συνάντησε φοβερές επιφυλάξεις από τα ίδια τα στελέχη της Σκότλαντ Γιαρντ. Το αποδέχτηκαν τελικά μόνο σαν «όπλο ύστατης ανάγκης», εφόσον «απειλούνται σοβαρά ανθρώπινες ζωές ή περιουσίες» (Gerry Northam «Shooting in the dark», Λονδίνο 1988, σ. 62).

Πόσο «ακίνδυνα» είναι;

Ας έρθουμε, όμως, στην ουσία! την επικινδυνότητα των χημικών όπλων που χρησιμοποιούν αφειδώς τα ΜΑΤ (όπως, και οι περισσότερες αστυνομίες της υφηλίου). Δυστυχώς για τους απολογητές αυτών των ουσιών, υπάρχει μια αρκετά εκτενής διεθνής βιβλιογραφία που διαψεύδει παταγωδώς κάθε καθησυχαστικό ισχυρισμό.

Μπορεί κάποιοι κρατικοί λειτουργοί να βεβαιώνουν λ.χ. ότι το CS «δεν προκαλεί θανάτους ή μόνιμες βλάβες στην υγεία». Τους διαψεύδουν τα αποτελέσματα της πολεμικής χρήσης του ίδιου αερίου από τον αμερικανικό στρατό στο Βιετνάμ (τουλάχιστον 689 νεκροί, πιστοποιημένοι από το Διεθνές Δικαστήριο Ράσελ) και κυρίως οι επιπτώσεις της χρησιμοποίησής του από τους Ισραηλινούς στην Παλαιστίνη: 63 νεκροί μέσα στο πρώτο οκτάμηνο της Ιντιφάντα, στην πλειονότητα παιδιά κι ηλικιωμένοι, εξαιτίας της «υπερβολικής» εισπνοής CS (Ben Alofs, «More than tear gas», Αμστερνταμ 1988, σ. 56-8).

Αν όλα αυτά φαντάζουν εξωτικά, υπάρχει και κοντινότερη εμπειρία. Το Πάσχα του 1986, ένας 38χρονος ασθματικός αντιπυρηνικός διαδηλωτής πέθανε στο Μπρόκντορφ της (τότε Δυτικής) Γερμανίας από εισπνοή CS. Δέκα χρόνια αργότερα, ένα ψέκασμα με «φυσούνα» σκότωσε τον 29χρονο Ιμπραήμ Σέι στη Βρετανία.

Οσο για την Ελλάδα, δύο από τους νεκρούς του Πολυτεχνείου το 1973 (ο δικηγόρος Σπύρος Κοντομνάρης κι ο ιδιωτικός υπάλληλος Δημήτριος Παπαϊωάννου) έφεραν ως επίσημη αιτία θανάτου την εισπνοή υπερβολικής ποσότητας δακρυγόνων CN και CS.

Πρόσφατη έκθεση του υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ διαπιστώνει πως «η μικροσωματιδιακή φύση του CS καταλήγει σε διατήρηση της ουσίας και ως εκ τούτου μπορεί να καταστήσει προβληματικό τον καθαρισμό από τη μόλυνση, ειδικά όταν πρόκειται για κλειστούς ή περιορισμένους χώρους» (U.S. Department of Justice «Evaluation of pepper spray», Φεβρ. 1997, σ. 2).

Το επίσημο εγχειρίδιο των βρετανικών ΜΑΤ τονίζει ότι «πυκνή χρήση του CS μπορεί να μολύνει μια αστική περιοχή για περιόδους που κυμαίνονται από λεπτά μέχρι μήνες» (Northam, όπ. π., σ. 113).


Για τις γενικότερες επιπτώσεις του CS στην υγεία των ανθρώπων (διαδηλωτών, αστυνομικών και περιοίκων), αποκαλυπτική είναι μια πολυσέλιδη έκθεση που συντάχθηκε το 2000 για λογαριασμό του Ευρωκοινοβουλίου, σχετικά με τη σύγχρονη τεχνολογία καταστολής διαδηλώσεων. Παραθέτουμε ολόκληρο το σχετικό απόσπασμα:

«Σε υψηλά επίπεδα έκθεσης, τοξικολογικές μελέτες σχετικές με την εισπνοή δείχνουν ότι το CS μπορεί να προκαλέσει χημική πνευμονία και θανατηφόρο πνευμονικό οίδημα (Τα θύματα πεθαίνουν πνιγμένα στα ίδια τους τα πνευμονικά υγρά). Η έκθεση στο CS μπορεί επίσης να οδηγήσει σε δυσλειτουργία των αεροφόρων οδών. Μελέτες στοματικής τοξικολογίας επισημαίνουν την ευκολία με την οποία το CS προκαλεί σοβαρή διατρητική γραστρεντερίτιδα.

Το CS είναι ένα πρωτοπαθές ερεθιστικό του δέρματος και κάποια άτομα μπορούν να αναπτύξουν δερματίτιδα εξ επαφής ακόμη και μετά από μια φαινομενικά μη προβληματική αρχική έκθεση, ενώ αρκετές ώρες αργότερα μπορεί να προκύψει σοβαρό φουσκάλιασμα. Εκθεση ακόμη και σε χαμηλή συγκέντρωση CS ανεβάζει την πίεση της κυκλοφορίας και υπάρχει ιδιαίτερος κίνδυνος βλάβης στην υγεία οποιουδήποτε είναι άνω των 30 ετών, βρίσκεται σε υπερένταση ή έχει μη εντοπισμένο ανεύρυσμα. Σε υψηλότερα επίπεδα, το CS έχει συσχετιστεί με καρδιακή ανεπάρκεια, ζημιά στο συκώτι και θάνατο. CS από βομβίδες έχει επίσης προκαλέσει οξέα μαζικά χημικά εγκαύματα.

dakrygona-1
Μία από τις σοβαρότερες παρενέργειες των δακρυγόνων

Κυάνιο και DDT

«Σχετικά λίγα πράγματα εμφανίζονται στην επίσημη ιατρική βιβλιογραφία σχετικά με την τοξικολογία της. Η επιδημιολογική έρευνα ύστερα από τη χρήση δακρυγόνων, σε πραγματικές συνθήκες πεδίου, υπήρξε σχεδόν ολοκληρωτικά απούσα».

Επί της ουσίας, τα συμπεράσματά τους ταυτίζονται με αυτά της έκθεσης του Ευρωκοινοβουλίου. Επισημαίνουν, επιπλέον, ότι η πιθανότητα η κυανιούχα ρίζα της σύνθεσης του CS να εξελιχθεί σε κυάνιο, μολύνοντας τους ανθρώπινους ιστούς, παραμένει «αντικείμενο διαφωνιών». Ιδιαίτερα ανησυχητικές έκριναν επίσης τις πληροφορίες από την Παλαιστίνη, ότι η χρήση CS «συνδέεται με αύξηση στις αποβολές και γεννήσεις νεκρών παιδιών».

Μια άλλη λεπτομέρεια αφορά την αθροιστική ιδιότητα του CS (ως χλωροπαράγωγου του βενζολίου). Οι ποσότητες, με άλλα λόγια, του δηλητηρίου που δέχεται ο οργανισμός μας διατηρούνται στο χρόνο και προστίθενται η μία στην άλλη, με ανυπολόγιστες επιπτώσεις. Πρόκειται για το ίδιο ακριβώς πρόβλημα που οδήγησε στην απαγόρευση του (συγγενούς και δραστικότατου) φυτοφαρμάκου DDT.

Τελικό συμπέρασμα: «Η πιθανότητα μακροχρόνιων συνεπειών στην υγεία, όπως σχηματισμός όγκων, επιπτώσεις στην αναπαραγωγή κι αναπνευστικές ασθένειες, είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, ενόψει της πολλαπλής έκθεσης που υφίστανται εξίσου διαδηλωτές και μη-διαδηλωτές». Εκτοτε, η επιστημονική συζήτηση προχώρησε αρκετά. Τυπικό δείγμα η δημόσια ανταλλαγή απόψεων στη Βρετανία, μέσα από τις στήλες του περιοδικού «British Medicine Journal» (2000), σχετικά με την επικινδυνότητα της «φυσούνας». Του εκτοξευτήρα, δηλαδή, που αποτελεί μόνιμο εξοπλισμό των ΜΑΤ και χρησιμοποιείται πλέον σε κάθε ευκαιρία.


Με βάση τα ίδια τα έγγραφα του υπουργείου Δημ. Τάξης, κάθε «φυσούνα» περιέχει 1,1 kgr CS κι αδειάζει τελείως μέσα σε 16 δευτερόλεπτα. Η σχέση αυτών των αριθμών με τον ισχυρισμό κρατικών λειτουργών, ότι τα δακρυγόνα που δεχόμαστε περιέχουν «ελάχιστη συγκέντρωση πολύ κάτω του 56,3 mg/m3» (που προφανώς θεωρείται το όριο επικινδυνότητας), είναι ζήτημα απλού μαθηματικού υπολογισμού, απ’ αυτούς που μαθαίναμε στο Δημοτικό.

Από τη συζήτηση στη Βρετανία μαθαίνουμε, ότι ένα πρόσθετο πρόβλημα της «φυσούνας» συνιστά η χρήση της ουσίας ΜΙΒΚ ως διαλύτη του CS. Οπως αναφέρουμε δίπλα, οι επιπτώσεις του νέου μείγματος στον οργανισμό δεν έχουν μελετηθεί καθόλου. Η αμηχανία των επιστημόνων αποτυπώνεται στις λύσεις που προτείνουν για την αντιμετώπισή του: κάποιοι εμμένουν στο πλύσιμο με νερό (την «παραδοσιακή» συνταγή αντιμετώπισης του CS), ενώ άλλοι θεωρούν ότι μάλλον επιδεινώνει την κατάσταση.

Η φυσούνα και τα πειραματόζωα

Η δημόσια συζήτηση στη Βρετανία για τις επιπτώσεις των «δακρυγόνων» στον ανθρώπινο οργανισμό είναι από πολλές απόψεις πρωτοπόρα.

Το 1969 οι αντιδράσεις για την αθρόα χρήση CS στη Β. Ιρλανδία οδήγησαν στην πρώτη επίσημη έρευνα πάνω στο θέμα. Η ειδική ερευνητική επιτροπή του υπουργείου Εσωτερικών (Επιτροπή Χίμσγουερθ) είχε παραδεχθεί, τότε, ότι «η έκθεση σε CS μπορεί να έχει θανατηφόρα αποτελέσματα, κυρίως με τη μορφή τοξικής βλάβης στους πνεύμονες, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε πνευμονικό οίδημα». Θεώρησε, όμως, ότι «ένα τέτοιο συμβάν μπορεί να επέλθει μονάχα σε συγκέντρωση εκατοντάδες φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι η δόση έκθεσης που προκαλεί ανυπόφορα συμπτώματα». Τελικό συμπέρασμα ήταν ότι ο μέσος διαδηλωτής θα έσπευδε να απομακρυνθεί από το χώρο ρίψης των δακρυγόνων πολύ πριν η πυκνότητα των τελευταίων καταστεί επικίνδυνη για την υγεία ή τη ζωή του.


Στις μέρες μας η συζήτηση έχει ζωντανέψει ξανά, αυτή τη φορά με αφορμή την εισαγωγή ενός νέου όπλου που «αξιοποιεί» δραστικότερα το CS. Ο λόγος για τη γνωστή στα καθ’ ημάς «φυσούνα», που φαίνεται πως αποτελεί το αγαπημένο εργαλείο της ΕΛ.ΑΣ. Η «πειραματική» εισαγωγή της σε μονάδες της Αγγλίας, το Μάρτιο του 1996, σημαδεύτηκε από το θάνατο ενός 29χρονου μετανάστη ύστερα από «υπερβολικό» (για τις αντοχές του) ψέκασμα.

Το 1998, κύριο άρθρο του έγκυρου ιατρικού περιοδικού «Lancet» ζήτησε επίσημα την απαγόρευσή της.

Η απάντηση των αρχών ήρθε το Σεπτέμβριο του 1999, με τη δημοσίευση μιας 17σέλιδης έκθεσης του βρετανικού υπουργείου Υγείας. Παρά τους καθησυχαστικούς τόνους που χρησιμοποιούν, οι συντάκτες της δεν αποφεύγουν ωστόσο να επισημάνουν τα όρια των διαπιστώσεών τους. Ιδιαίτερα τονίζουν την απουσία οποιασδήποτε μελέτης σχετικά με τις επιπτώσεις όχι του CS αυτού καθεαυτού αλλά του μείγματος CS και της ουσίας ΜΙΒΚ που χρησιμοποιείται στις «φυσούνες». Οι διατυπώσεις αυτής της «καθησυχαστικής» –υποτίθεται- επίσημης μελέτης είναι αποκαλυπτικές:

«Η επιτροπή επισήμανε τη σπανιότητα δεδομένων όσον αφορά το συνδυασμό CS διαλυμένου σε ΜΙΒΚ. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για το μεταβολισμό, την φαρμακοκινητική, την οξεία τοξικότητα ή την πρόκληση ερεθισμού του δέρματος από το CS όταν το ΜΙΒΚ χρησιμοποιείται σαν διαλύτης» (§43).

«Τα συμπεράσματα της επιτροπής όσον αφορά τις επιπτώσεις του ψεκάσματος με CS βασίστηκαν στη μελέτη των δεδομένων τοξικότητας του CS και του ΜΙΒΚ. Οπως επισημάνθηκε και νωρίτερα, υπάρχουν πάρα πολύ λίγες πληροφορίες για το σύνθετο προϊόν» (§49).

«Πρέπει να επισημανθεί ότι δεν υπήρχε διαθέσιμη συνολική μελέτη των επιπτώσεων του CS πάνω σε ανθρώπους, ούτε υπήρξε συστηματική ιατρική παρακολούθηση ατόμων που ψεκάστηκαν με CS». Ως εκ τούτου, «η επιτροπή ανησυχεί όσον αφορά την έκθεση ευαίσθητων ομάδων σε ψεκασμό με CS. Τέτοιες ομάδες είναι: άτομα με βρογχικό άσθμα ή χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και άτομα που πάσχουν από υπέρταση ή άλλες καρδιαγγειακές παθήσεις, εξαιτίας των προσωρινών επιπτώσεων του CS στην αύξηση της πίεσης του αίματος. Δεν στάθηκε δυνατό, με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα, να αποφανθούμε αν άτομα που παίρνουν νευροληπτική φαρμακευτική αγωγή ενδέχεται να είναι περισσότερο ευαίσθητα στα αποτελέσματα του ψεκασμού με CS» (§50).

πηγές:

Ιός της Κυριακής

http://www.europarl.europa.eu/stoa/publications/studies/19991401a_annex_en.pdf


Advertisements

2 σκέψεις σχετικά με το “Περί Μ.Α.Τ. και δακρυγόνων

  1. Εξαιρετικά διαφωτιστικό ποστ. Ιδιαίτερα το μέρος για τα χημικά ψεκάσματα. Επ’ αυτού, να προσθέσω το κατιτίς μου: Το 1998 στις εξέγέρσεις κατά της «μεταρρύθμισης» Αρσένη έπεσε στα χέρια μας «άσκαστο» ασφυξιογόνο. Έγραφε πάνω «Extremely dangerous. Should be used from experienced men only». Σε συνέντευξη τύπου το παρουσιάσαμε και ζητήσαμε χημική ανάλυση του από τους χημικούς του Πανεπιστημίου. Η εισαγγελεία μας απέστειλε σε όλους εξώδικα και μας κάλεσε σε απολογία επειδή κατείχαμε «παράνομα» κρατική περιουσία. Απαίτησαν το παραδώσουμε για να μη διωχθούμε. Αρνηθήκαμε και προτιμήσαμε να το πετάξουμε επειδή στόχος τους ήταν να κουκουλώσουν την υπόθεση για να μη δημοσιευθεί η χημική σύσταση του.
    Συμπέράσματα:
    1. Το κράτος κατέχει θανατηφόρα υλικά που μόνο αυτό μπορεί να χρτησιμοποιεί κατά των πολιτών.
    2. Το θανατηφόρο υλικό που σας πετούν αν από βλακεία του «εξειδικευμένου προσωπικού» δεν εκραγεί οφείλεται να τους το παραδώσετε για να σας το ξαναπετάξουν αλλιώς διώκεστε για παράνομη κατοχή «κρατικής περιουσίας».
    3. Είτε έτσι είτε αλλιώς αν δε το πιείτε, θα (το) λουστείτε.

Τα σχόλια είναι κλειστά.