Ο μύθος του Σίσυφου – Αλμπέρ Καμύ

Ακολουθούν μερικά αποσπάσματα από το δοκίμιο «Ο μύθος του Σίσυφου-δοκίμιο πάνω στο παράλογο» του υπέροχου Αλμπέρ Καμύ. Η γνωριμία μου με τον φιλόσοφο Καμύ έγινε τυχαία μιας και ο επίσης αγαπημένος συγγραφέας Βασίλης Ραφαηλίδης τον αναφέρει ως δάσκαλό του σε ένα από τα βιβλία του οπότε έψαξα και βρήκα την βιβλιογραφία του και οφείλω να ομολογήσω πως ο Καμύ με εκφράζει περισσότερο από άλλους φιλοσόφους. Το πρώτο άρθρο που είχα γράψει για τον Καμύ μπορείτε να το δείτε εδώ.

Το παρακάτω δοκίμιο είναι μια κριτική απέναντι στις μονολιθικές αλήθειες της ζωής μας.  Ο χρόνος,- το σήμερα, το χθες, το αύριο κάτω από την κριτική σκέψη του Καμύ πέρνουν μια διαφορετική όψη. Λέμε πως γνωρίζουμε τον κόσμο, πως γνωρίζουμε τον εαυτό μας, τα θέλω μας, τα πιστεύω μας όμως είναι αλήθεια ή μήπως καθημερινά αναθεωρούμε τα πάντα, ακόμη και την άποψη για τον ίδιο μας τον εαυτό; Η λογική του παραλόγου έχει εισχωρήσει στον σύγχρονο τρόπο ζωής μας και έχει γίνει δεύτερη φύση μας.

Μέσα από την καθημερινότητα μας ξεχνάμε τα σημαντικά και απασχολούμαστε με τα ασήμαντα και αδιάφορα της ζωής. Δίνουμε στους άλλους μα και στον εαυτό μας ψευδείς υποσχέσεις για το μέλλον- όπου μεταθέτουμε τις στιγμές ευτυχίας μας, τις στιγμές που πραγματικά αξίζουν για να τακτοποιήσουμε τα καθημερινά μας προβλήματα και αν ξαφνικά μας έδινε κάποιος ένα μέσο για να αντιληφθούμε τα πράγματα από την ρεαλιστική τους  πλευρά κι όχι μέσα από τη συναισθηματική μας «όραση» θα γελούσαμε με την ασημαντότητά τους. Και τελικά έρχεται μια μέρα που δεν έχει επιστροφή, μια ημέρα που έχουμε ελάχιστους χτύπους στο ρολόι της ζωής μας και δεν έχουμε προλάβει καν να πούμε ένα σ’αγαπώ στους ανθρώπους που αγαπάμε, δεν έχουμε προλάβει να ζήσουμε ένα ηλιοβασίλεμα αγκαλιά με τον σύντροφό μας, πιασμένοι χέρι-χέρι σε μια άγνωστη παραλία, δεν έχουμε προλάβει να δώσουμε μα και να πάρουμε χαμόγελα από τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε και αναπνέουμε..

Ακολουθούν τα αποσπάσματα :

«… Όλες τις μέρες μιας άφεγγης ζωής ο χρόνος μας ανέχεται. Έρχεται όμως πάντα η στιγμή που πρέπει να τον ανεχτούμε και να τον υπομείνουμε εμείς. Ζούμε με το μέλλον: «αύριο», «αργότερα», «όταν σου δοθεί μια ευκαιρία», «με τον καιρό θα καταλάβεις». Αυτές οι ανακολουθίες είναι περίεργες αφού θα πεθάνουμε. Αλλά φτάνει η μέρα που ο άνθρωπος διαπιστώνει πως είναι τριάντα χρονών.  Επιβεβαιώνει έτσι τη νιότη του. Την ίδια όμως στιγμή συγκρίνει τον εαυτό του με το χρόνο. Παίρνει θέση μέσα σ’ αυτόν. Αναγνωρίζει πως βρίσκεται σε μια κρίσιμη στιγμή και παραδέχεται πως έχει χρέος να την περάσει. Ανήκει στο χρόνο και τρομοκρατημένος βλέπει στο πρόσωπο του χρόνου το χειρότερο εχθρό του. Αύριο, επιθυμούσε το αύριο, τη στιγμή που έπρεπε να μην το ήθελε μ’ όλο του το είναι. Αυτή η επανάσταση της σάρκας αποτελεί το παράλογο [Όχι όμως κυριολεκτικά. Δε δίνω έναν ορισμό, απαριθμώ συναισθήματα, ανεκτά απ’ το παράλογο. Αλλά το τέλος της απαρίθμησης δε σημαίνει κι εξάντληση του παράλογου].

Ένα βήμα πιο κάτω και να το παράλογο: βλέπουμε πως ο κόσμος είναι «αδιαπέραστος», προαισθανόμαστε σε ποιο σημείο μας είναι ξένη μια πέτρα, διαπιστώνουμε πως είναι αδύνατο ν’ απλοποιήσουμε τα πράγματα, με πόσο πείσμα μπορεί να μας αντιστέκεται η φύση, ένα τοπίο. Στο βάθος κάθε ομορφιάς υπάρχει κάτι το απάνθρωπο και οι λόφοι, ο γλυκός ουρανός, τα δέντρα χάνουν την ίδια στιγμή το ψεύτικο νόημα που τους δίναμε, γίνονται πιο μακρινά κι από ένα χαμένο παράδεισο. Η πανάρχαιη σκληρότητα του κόσμου, περνώντας μέσα από χιλιάδες χρόνια, έρχεται να μας συναντήσει. Για μια στιγμή δεν τη νοιώθουμε, αφού για ένα σωρό αιώνες καταλαβαίναμε μονάχα τις μορφές και τα σχήματα που δίναμε στον κόσμο.

Αλλ’ από δω και στο εξής δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό το τέχνασμα. Ο κόσμος ξαναπαίρνει την πραγματική του μορφή και μας ξεφεύγει. Αυτά, τα από συνήθεια κρυμμένα σκηνικά ξαναπαίρνουν το αληθινό τους πρόσωπο. Απομακρύνονται. Με τον ίδιο τρόπο, υπάρχουν μέρες όπου στο πρόσωπο μιας γνωστής μας, ξαναβρίσκουμε σα μια ξένη, εκείνη που είχαμε αγαπήσει πριν μήνες ή χρόνια και ίσως επιθυμήσουμε αυτό που συχνά μας κάνει να νοιώθουμε τόσο μόνοι. Αλλά δεν ήρθε ακόμα η ώρα. Ένα μονάχα πράγμα πρέπει να έχουμε υπόψη μας: τη μυστικότητα κι ανομοιότητα του κόσμου που αποδεικνύουν το παράλογο…

«Το φθινόπωρο είναι μια δεύτερη άνοιξη, όταν κάθε φύλλο είναι ένα λουλούδι»-Αλμπέρ Καμύ

…Έρχομαι, τέλος, στο θάνατο και στο συναίσθημα που νοιώθουμε γι’ αυτόν. Πάνω σ’ αυτό έχουν λεχθεί τα πάντα και πρέπει ν’ αποφύγουμε το πάθος. Ποτέ, πάντως, δε θα εκπλαγούμε αρκετά επειδή όλος ο κόσμος ζει έτσι, δηλαδή σα «να μην ήξερε κανείς». Αυτό συμβαίνει γιατί η εμπειρία του θανάτου δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Πραγματικά, μια εμπειρία τη δοκιμάζουμε μονάχα όταν τη ζούμε και τη συνειδητοποιούμε. Εδώ, πρέπει να δούμε αν είναι δυνατό να μιλάμε για την εμπειρία του θανάτου των άλλων. Αυτή είναι μια πνευματική άποψη που ποτέ δε δεχτήκαμε. Αυτή η μελαγχολική στάση δεν μπορεί να είναι πειστική. Στην πραγματικότητα, η φρίκη είναι συνυφασμένη μ’ αυτό τούτο το γεγονός.

Αν μας τρομάζει ο χρόνος, μας τρομάζει γιατί αποδεικνύει το αποτέλεσμα που έρχεται. Σ’ αυτό το σημείο, για λίγο τουλάχιστον, όλες οι ωραίες συζητήσεις πάνω στην ψυχή παίρνουν ένα μάθημα απ’ τον αντίπαλό τους. Απ’ αυτό το ασάλευτο κορμί, η ψυχή λείπει. Αυτή η βασική κι οριστική πλευρά του γεγονότος αποτελεί το περιεχόμενο του παράλογου συναισθήματος. Κάτω απ’ το θνητό φως αυτού του πεπρωμένου, εμφανίζεται η ματαιότητα. Καμιά ηθική, καμιά προσπάθεια δε δικαιολογούνται a priori μπροστά στα ανάλγητα μαθηματικά που ρυθμίζουν την ύπαρξή μας.

Το πρώτο βήμα που κάνει το πνεύμα είναι να διακρίνει το αληθινό απ’ το ψεύτικο. Εν τούτοις, η πρώτη ανακάλυψη της σκέψης είναι η αντίφαση. Σ’ αυτό το σημείο, είναι ανώφελο να προσπαθήσω να γίνω πειστικός. Γιατί, εδώ κι αιώνες, κανείς δεν το απέδειξε πιο σωστά απ’ τον Αριστοτέλη: «Μ’ όλους τους ισχυρισμούς συμβαίνει ό,τι πολλές φορές τονίσαμε σαν αναπόδραστη συνέπεια, δηλαδή ότι αυτοί οι ίδιοι αναιρούν τους εαυτούς τους. Γιατί εκείνος που λέει ότι τα πάντα είναι αλήθεια δέχεται και τον αντίθετο του δικού του ισχυρισμό, κι έτσι ο δικός του δε θα είναι αληθινός (γιατί αυτός που παραδέχεται σαν αληθινό τον αντίθετο ισχυρισμό καθιστά ψεύτικο το δικό του).

Αντίθετα, εκείνος που λέει πως όλα είναι ψέμα, διαψεύδει αυτός ο ίδιος τον ισχυρισμό του. Εάν δε ο πρώτος ισχυρίζεται ότι ο αντίθετος του δικού του ισχυρισμός δεν είναι αληθινός, ο δε δεύτερος ότι δεν είναι ψεύτικος μόνο ο δικός του, θα δημιουργηθεί και για τους δυο η προϋπόθεση μιας ατέλειωτης σειράς αληθινών και ψεύτικων ισχυρισμών, γιατί εκείνος που λέει ότι κάποιος αληθινός ισχυρισμός είναι πραγματικά αληθινός, είναι μέσα στην αλήθεια κι αυτό συμβαίνει επ’ άπειρο» [Αριστοτέλη, Μετά τα Φυσικά, Γ8 1012β 13-22]…

..Τα ουσιαστικά στοιχεία του ανθρώπινου δράματος είναι η νοσταλγία της ενότητας, ο πόθος του απόλυτου. Το ότι όμως η νοσταλγία αυτή είναι ένα γεγονός δε σημαίνει πως πρέπει να επαναπαυόμαστε. Εάν, διαβαίνοντας το χάσμα που χωρίζει τον πόθο απ’ την κατάκτηση, διαπιστώσουμε όπως ο Παρμενίδης την ύπαρξη του Ενός (όποιο κι αν είναι), πέφτουμε στη γελοία αντίφαση ενός πνεύματος που διαπιστώνει την απόλυτη ενότητα και με την ίδια του τη διαπίστωση αποδεικνύει τη διαφοροποίησή του και την πολλαπλότητα που ισχυριζόταν πως θ’ απλοποιούσε. Σ’ αυτόν το φαύλο κύκλο οι ελπίδες μας σβήνουν. Όλα αυτά είναι αλήθειες. Θα επαναλάβω, για μια ακόμη φορά, πως το ενδιαφέρον δε βρίσκεται σ’ αυτές αλλά στα συμπεράσματα που μπορούμε να βγάλουμε απ’ αυτές. Γνωρίζω κι άλλη μια αλήθεια: ο άνθρωπος είναι θνητός.

Ωστόσο, πρέπει να έχουμε υπόψη τα πνεύματα που ξεκινώντας απ’ αυτή την αλήθεια κατέληξαν σ’ απόλυτα συμπεράσματα. Σ’ αυτό το δοκίμιο πρέπει να έχουμε αδιάκοπα στο μυαλό μας τη σταθερή διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σ’ εκείνο που νομίζουμε πως ξέρουμε, στην πρακτική συγκατάθεση και την εικονική άγνοια η οποία μας κάνει να ζούμε με ιδέες που, αν αποδεικνυόντουσαν αληθινές, θα ‘πρεπε ν’ αναστατώσουν ολόκληρη τη ζωή μας…

…Για ποιόν και για ποιό μπορώ να πω ανεπιφύλακτα: «Αυτό το ξέρω!» Την καρδιά μου μπορώ να την καταλάβω και ξέρω πως υπάρχει. Τον κόσμο, μπορώ να τον αγγίξω και ξέρω, πάλι, πως υπάρχει. Εδώ σταματάει κάθε μου γνώση, τα υπόλοιπα είναι επινοήσεις. Γιατί, αν προσπαθώ να καταλάβω τον εαυτό μου για τον οποίο είμαι σίγουρος, αν προσπαθώ να τον καθορίσω και να τον συνοψίσω, αφήνω το νερό να κυλάει μέσ’ από τα δάκτυλά μου. Μπορώ να περιγράψω μία – μία όλες τις όψεις που ξέρει να παίρνει, ακόμα κι εκείνες που του έχουν αποδώσει, τη μόρφωση, την καταγωγή, την οργή ή τις σιωπές, την αξιοπρέπεια ή μικροπρέπεια.

Αλλά δεν προσθέτουμε πρόσωπα. Ακόμα κι αυτή, η δική μου καρδιά θα μου μείνει άγνωστη για πάντα. Ανάμεσα στη βεβαιότητα που έχω για την ύπαρξή μου και στο νόημα που προσπαθώ να δώσω σ’ αυτή τη βεβαιότητα, υπάρχει ένα κενό που δε θα γεμίσει ποτέ. Ο εαυτός μου θα μου μείνει για πάντα ξένος. Στην ψυχολογία και στη λογική υπάρχουν αλήθειες αλλά λείπει η αλήθεια. Το Σωκρατικό «γνώθι σ’ αυτόν» αξίζει τόσο όσο το «έσο ενάρετος» της εξομολόγησης. Σ» αυτά βλέπουμε πως υπάρχει νοσταλγία και άγνοια. Αποτελούν άσκοπα παιχνίδια επάνω σε σπουδαία θέματα.

Μονάχα μέσα στα πλαίσια που μπορεί κανείς να τα πλησιάσει παίρνουν κάποιο νόημα. Βλέπω ακόμα τα δέντρα που ξέρω τη σύστασή τους, το νερό που δοκιμάζω τη γεύση του. Πώς ν’ αρνηθώ αυτό τον κόσμο αφού υφίσταμαι την επίδρασή του, πώς ν’ αρνηθώ το άρωμα της χλόης και των άστρων, πώς ν’ αρνηθώ τη νύχτα και τις λίγες βραδιές που χαρίζουν στην καρδιά γαλήνη; Κι όμως ολόκληρη η επιστήμη αυτής της γης δε θα με πείσει ποτέ για το ότι αυτός ο κόσμος μου ανήκει…

…Οι απαλές γραμμές των λόφων και το χέρι της νύχτας πάνω σ’ αυτήν τη βασανισμένη καρδιά μου μαθαίνουν πιο πολλά. Ξαναγυρίζω εκεί που βρισκόμουν στην αρχή. Καταλαβαίνω πως η επιστήμη με βοηθάει στο να συλλάβω και ν’ απαριθμήσω τα φαινόμενα. Δε μπορεί όμως να με βοηθήσει στο να εννοήσω τον κόσμο. Ακόμα κι αν είχα αγγίζει ολόκληρο το πρόπλασμά του με το δάκτυλο, πάλι δε θα ‘ξερα τίποτε. Κι εσείς μ’ αναγκάζετε να διαλέξω ανάμεσα σε μια βέβαιη για τον εαυτό της περιγραφή που δε μου μαθαίνει τίποτα, και σ’ αβέβαιες υποθέσεις που ισχυρίζονται πως με διδάσκουν. Γι’ αυτό τον κόσμο και για τον εαυτό μου είμαι ένας ξένος, οπλισμένος σε κάθε περίπτωση με μια σκέψη που απ’ τη στιγμή που διαπιστώνει αρνιέται τον εαυτό της. Γιατί να βρίσκω τη γαλήνη μονάχα στην άγνοια και στο θάνατο, γιατί ο πόθος της κατάκτησης να προσκρούει πάνω σε τείχη που δε δίνουν καμία σημασία στις επιθέσεις του; Θέλω, σημαίνει προκαλώ το παράδοξο. Όλα τα πάντα κάνουν να γεννηθεί αυτή η δηλητηριασμένη γαλήνη, υποθάλπουν την αδιαφορία, τον ύπνο της καρδιάς και την παραίτηση.

4 σκέψεις σχετικά με το “Ο μύθος του Σίσυφου – Αλμπέρ Καμύ

  1. Μάλιστα, τώρα ανησυχώ λιγάκι, μια ο Ντε Σαντ, μία ο Καμύ, μες στο μυαλό μου είσαι; Γιατί σήμερα μιλούσα μ’έναν φίλο για τον Καμύ, και για το δοκίμιο αυτό (βρήκα χρόνο όπως κατάλαβες και πήρα τα post σβάρνα να διαβάσω ό,τι έχω χάσει αυτές τις μέρες)…

    Ουφ, έχω ακούσει τα καλύτερα προφανώς και θέλω να του δώσω μια δεύτερη ευκαιρία γιατί έχω διαβάσει μόνο τον Ξένο και ήθελα να τον σκοτώσω (τον ήρωα του βιβλίου αρχικά αλλά και τον Καμύ λιγάκι). Ήμουν και πιο μικρή τότε όμως οπότε.. Άντε να δούμε μήπως καταλάβω κάτι διαφορετικό τώρα…

  2. @ Λίνα μου, κάποιες από τις αναζητήσεις μου κινούνται στο φιλοσοφικό χώρο και ο Καμύ με τις απόψεις του με βρίσκει σε πολλά σύμφωνο. Χαίρομαι που σε έχω εδώ στην «παρέα» του ιστολογίου μου. Εύχομαι να σε βλέπω συχνά. 🙂

    @ Φίλε Ναπολέων, με χαρά βλέπω πως το σημερινό άρθρο με τον Καμύ είχε απήχηση από τις επισκέψεις που δέχθηκε και από την κατάταξη που πήρε στα Δημοφιλή άρθρα οπότε τις επόμενες ημέρες θα αναζητήσω κι άλλες πηγές και θα παραθέσω κι άλλα αποσπάσματα – τροφή για σκέψη.
    Χαρά μου να τα λέμε συχνότερα- και βλέπω πως και εσύ έχεις αυξήσει τις αναρτήσεις στο ιστολόγιό σου.

    ** Κάτι που παρατήρησα αφού αντέγραψα το κείμενο είναι πως υπάρχουν μερικά λάθη στη μετάφραση- όχι σε μεγάλο βαθμό γι’αυτό και το άφησα ανέγγιχτο το κείμενο.

  3. Ωραία τα αποσπάσματα, υπέροχες οι εικόνες. Λίγες χρονιές έχω παραλείψει τη βόλτα μου στην Τύμφη (τα Ζαγόρια) τέτοια εποχή. Μια δεύτερη Άνοιξη. Των φύλλων.
    Απ’ τον Καμύ έχω διαβάσει την Πανούκλα και τον Ξένο, προ …αμνημονεύτων χρόνων, όχι όμως τον Σίσσυφο. Κουβαλάω κάμποσα «σπέρματα» από της ιδέες του. Πιθανότατα λόγω και της ηλικίας μου, όταν τον διάβαζα.
    Νά ‘σαι καλά που τον (ξανα)ανέβασες στην επιφάνεια.
    Και κάτι «μεταξύ μας»: Ως τώρα είχα δυσκολία πρόσβασης στα περισσότερα μπλογκ του wordpress. Έσβηνε ο «περιηγητής». Τώρα έχω εγκαταστήσει και το Firefox που δεν σβήνει. Αργεί, αλλά δεν σβήνει. Θα τα λέμε πιό συχνά.
    αγάπη-αφοπλισμός-ειρήνη
    Ναπολέων

  4. Επιζητούμε να μάθουμε τα πάντα ενώ την ίδια στιγμή μπορεί να αδιαφορούμε παντελώς.
    Θέλουμε να αλλάξουμε την ζωή γύρω μας, αλλά και δεν μας αφορά παρά μόνο η δική μας.
    Μας ενδιαφέρει να γίνουμε καλύτεροι, να κατακτήσουμε το πνεύμα μα συνάμα βγάζουμε τον χειρότερο μας εαυτό.
    Εκεί που παλεύουμε με λύσσα για τα κεκτημένα μας, αφηνόμαστε.
    Και εκεί που μοιάζει να μην πιστεύουμε σε τίποτα ελπίζουμε στο κάτι.
    Είμαστε περίπλοκα όντα εμείς οι άνθρωποι.

    Πολύ ενδιαφέρον άρθρο stardust30, όπως και οι απόψεις του Καμύ που αγνοούσα.(Διάβασα και το άρθρο που είχες γράψει για τον ίδιο και την ζωή του).

    *Μια όμορφη μέρα να έχεις. 🙂

Τα σχόλια είναι κλειστά.