Ημέρα: 15 Οκτωβρίου 2008

Δημόκριτος, Πρωταγόρας και το κάψιμο βιβλίων στην αρχαιότητα

Ως γνωστόν ο Δημόκριτος, ο θεμελιωτής της ατομικής θεωρίας, γεννήθηκε εκατόν τριάντα χρόνια πριν από τον Επίκουρο κι αφού ταξίδεψε πολύ ανά τον κόσμο κατέληξε πίσω στην πατρίδα του, τα Άβδηρα της Θράκης, ανατολικά από τις εκβολές του Νέστου, όπου και δημοσίευσε το πρώτο του σύγραμμα με τίτλο Μικρός Διάκοσμος κερδίζοντας έτσι δόξα εκτίμηση και χρήμα.
Κάποια στιγμή ώριμος πλέον, φαίνεται ότι πέρασε από την Αθήνα, όπου προσπάθησε να μιλήσει, να διδάξει, να προσφέρει στους Αθηναίους τις ανακαλύψεις και τους στοχασμούς του, αλλά κανείς δεν του έδωσε σημασία, και έτσι επέστρεψε στην πατρίδα του για να συγγράψει πολλές δεκάδες έργα, όπως δύο ηθικές τετραλογίες, τρεις μαθηματικές τετραλογίες, δύο μουσικές τετραλογίες κ.α. έργα τα οποία του χάρισαν την πανελλήνια αναγνώριση σε βαθμό που όπως λέγεται, προκάλεσαν τον φθόνο του Πλάτωνα, ο οποίος συγκέντρωσε όσα περισσότερα χειρόγραφα του Αβδηρίτη μπόρεσε και αποπειράθηκε να τα κάψει, αλλά τον συγκράτησαν οι πυθαγόρειοι φιλόσοφοι Αμύκλας και Κλεινίας υποδεικνύοντάς του πόσο αισχρή όσο και μάταιη ήταν αυτή η πράξη .
Δεν ξέρουμε αν το συγκεκριμένο περιστατικό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το αναφέρει στους Βίους Ανδρών, ο μουσικός και φιλόσοφος Αριστόξενος και αν μη τι άλλο αποδεικνύει την αντιπάθεια του ιδεαλιστή και ολιγαρχικού Πλάτωνα απέναντι στον υλιστή και δημοκράτη Δημόκριτο, αντιπάθεια που αποδεικνύεται επίσης από το γεγονός της απουσίας οποιασδήποτε μνείας περί Δημόκριτου στα πλατωνικά έργα, ενώ εκείνα του Αριστοτέλη βρίθουν από ενθουσιώδεις αναφορές σχετικά με τις διδασκαλίες του Αβδηρίτη φιλοσόφου.
Ο Δημόκριτος έζησε περισσότερα από εκατό χρόνια με τρόπο λιτό, καλλιεργώντας σαν περίεργο παιδί την αχόρταγη παρατήρηση των πάντων και προσπαθώντας να προσεγγίσει την άγνωση στην εποχή του έννοια της αντικειμενικότητας. Συνάμα ο μεγάλος Αβδηρίτης φιλόσοφος δίδασκε. Και δίδασκε με το γέλιο. Οι μαθητές του καταγοητεύονταν από τον απλό και αστείο τρόπο με τον οποίο παρουσίαζε ακόμη και τις πιο δυσνόητες έννοιες. Ουσιαστικά το γέλιο, το μοναδικό χαρακτηριστικό οπυ κάνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει από τα ζώα, αναδείχθηκε από τον Δημόκριτο σε τρόπο ζωής, σε καθημερινή επιδίωξη, γι’αυτό και οι μαθητές του τον αποκαλούσαν «γελασίνο».

Σαν γραμματέα του ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης, προσέλαβε έναν πάμφτωχο νεαρό Αβδηρίτη αχθοφόρο, του οποίου εκτίμησε την ευφυΐα, από τον τρόπου που φόρτωνε τα πλοία. Κι ο αχθοφόρος αυτός δεν ήταν άλλος από τον μετέπειτα μεγάλο σοφιστή, τον Πρωταγόρα, τον λαϊκό στοχαστή που δίδαξε ότι:

ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕΤΡΟΝ

Που σημαίνει:
Μέτρο για όλα είναι ο άνθρωπος
και σαρκάστηκε ελεεινά από τον Πλάτωνα, τον ζάμπλουτο αριστοκράτη Πλάτωνα που δεν ίδρωσε ποτέ του για να βγάλει τον επιούσιο. Κατά το τρίτο έτος μάλιστα της Ενενηκοστής Δευτέρας Ολυμπιάδας (ή 410προ..χυδαιότητας) η αθηναϊκή πολιτεία καταδίκασε τον Πρωταγόρα επί αθεΐα και όλα τα βιβλία του κάηκαν στην αγορά. Ο ίδιος προσπάθησε να διαφύγει στη Σικελία αλλά πνίγηκε όταν το πλοίο που τον μετέφερε ναυάγησε.

______________________________________________________________________________________________________

πηγή: Μάριος Βερέττας «Εμείς οι Επικούρειοι»

Ορίστε η καλύτερη απόδειξη πως «ουδείς αλάνθαστος» ακόμη και από τους ίδιους τους φιλοσόφους για τους οποίους σήμερα μιλάμε για το έργο τους. Όπως βλέπουμε το κάψιμο των βιβλίων δεν είναι καινούργια «μόδα» και από πάντοτε υπήρχε ως τρόπος επιβολής ενός μιμιδίου έναντι ενός άλλου.

Advertisements

Περί θρησκευτικής βλασφημίας και απαγόρευσης αυτής

Σκοπός της απαγόρευσης βλασφημίας δεν είναι η προστασία του θρησκευτικού συναισθήματος των πιστών, όπως συχνά αναφέρεται. To άρθρο 198 του Ποινικού Κώδικα δεν αναφέρεται σε θύμα ούτε στις θρησκευτικές πεποιθήσεις των παρισταμένων. Αντικείμενο ποινικού ενδιαφέροντος είναι μόνον η έννοια/ύπαρξη του Θεού και η εξασφάλιση του σεβασμού στα θεία ως αξία που το κράτος θέλει να προστατεύσει, ανεξάρτητα από το ποιος ακούει τη βλασφημία και το εάν θίγεται.

Αυτό σημαίνει ότι η διάταξη αναγορεύει σε έννομο αγαθό την προστασία του Θεού και αποβλέπει στην αυτοπροστασία του κράτους από προσβολές μιας υπερβατικής αξίας που ενσωματώνεται στην κρατική τάξη. Έτσι το συνταγματικό κράτος αναγνωρίζει την ύπαρξη του θείου και απαγορεύει στους πολίτες του να το προσβάλλουν επί ποινή φυλακίσεως.

Ταυτόχρονα, το Σύνταγμα (άρθρα 13 §. 1, 14 § 1, 16 § 1) εγγυάται ότι καθένας μπορεί να έχει διαφορετική αντίληψη για το θείο, άρα να το αρνείται και να δραστηριοποιείται εναντίον θρησκευτικών πεποιθήσεων με επιστημονικά επιχειρήματα, με πολιτική δράση, με καλλιτεχνικές δημιουργίες, με οργάνωση κοινωνικών εκδηλώσεων, με ίδρυση αντιθρησκευτικών σωματείων, με διδασκαλία σε κρατικά και μη ιδρύματα κλπ.

Όταν ο κοινός νομοθέτης απαγορεύει την έκφραση γνώμης που περιφρονεί το θείο εισάγει έναν καίριο περιορισμό στα εν λόγω συνταγματικά δικαιώματα. Έχουμε εδώ μια αντίφαση μεταξύ του γενικού και του συγκεκριμένου. Καθένας έχει το δικαίωμα να είναι άπιστος κατά το Σύνταγμα, αλλά όλοι οφείλουμε να σεβόμαστε το θείο που ενσωματώνεται στις κρατικές αξίες.

Η αδυναμία χάραξης ορίων μεταξύ του συνταγματικώς επιτρεπτού και του ποινικώς κολάσιμου δημιουργεί τον κίνδυνο ευρείας ποινικοποίησης της ελευθερίας γνώμης και θρησκευτικής συνείδησης. Η φράση του Μαρξ «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού» συνιστά θεμιτή κριτική στην πολιτική λειτουργία των θρησκειών ή εκδηλώνει έλλειψη σεβασμού στα θεία επειδή παρομοιάζει τον πιστό με τον ναρκομανή;

Καίτοι όμως η ποινική τιμώρηση της βλασφημίας περιορίζει έντονα τα συνταγματικά δικαιώματα δεν φθάνει ωστόσο στο όριο της αντισυνταγματικότητας, διότι δεν έρχεται σε προφανή αντίθεση με την κατοχύρωση των δικαιωμάτων αυτών. Οι όροι της αντικειμενικής υπόστασης της βλασφημίας (δημοσιότητα, κακοβουλία, εξύβριση, έλλειψη σεβασμού) δείχνουν ότι ο νομοθέτης αποβλέπει στην τιμώρηση εκδηλώσεων που θίγουν έντονα την κρατικώς αναγνωρισμένη θρησκευτικότητα και δεν τείνει να αναιρέσει συνολικά την ελευθερία γνώμης και θρησκευτικής πεποίθησης όσων παραμένουν στα όρια της ευπρέπειας.

Αυτό δεν επιλύει όμως το καθοριστικό πρόβλημα. Αφού η βλασφημία δεν έχει ως θύμα συγκεκριμένο θρήσκευμα ή πιστό, πώς θα κριθεί το τι είναι κακόβουλο και χλευαστικό; Ο ρόλος αυτός ανατίθεται σήμερα στα δικαστήρια που πρέπει να τοποθετούνται νοερά στη θέση του εκάστοτε «θείου«. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι συχνά τα δικαστήρια τείνουν ευήκοο ους στις πλέον αδικαιολόγητες «ευαισθησίες» πιστών (και ιδίως του ιερατείου της Ορθόδοξης Εκκλησίας) επεκτείνοντας με τρόπο απαράδεκτο την ποινικοποίηση χάρη και στον υψηλό βαθμό αοριστίας του άρθρου 198 του Ποινικού Κώδικα.

___________________________________________________________________________________________

πηγή: Δημήτρης Δημούλης, Επιχειρήματα για την κατάργηση των αδικημάτων κατά της θρησκευτικής ειρήνης ]

Και σε αυτό το σημείο θα ήθελα να κάνω μια παρένθεση επειδή οφείλω να δηλώσω πως διαφωνώ με πολλά τραγούδια του Πανούση όπου βρίζει την ορθόδοξη θρησκεία ασχέτως αν  δεν είμαι πιστός της θεωρώ πως:

α) Είναι άλλο να επιχειρηματολογείς βάσει λογικής πως κάτι δεν υφίσταται και άλλο να χυδαιολογείς (όπως στο τραγούδι του «και γω σ’αγαπώ..»)

β) Ανύπαρκτες θεότητες δεν είναι λογικό να τις βρίζει κανείς, από τη στιγμή που δεν πιστεύει στην ύπαρξή τους (επίσης παράλογο είναι να τις βρίζει όταν δηλώνει πως είναι πιστός τους).

Αντίθετα θεωρώ σωστή την επίλογή του να σατιρίζει το ιερατείο για την φιλαργυρία του.

Βέβαια θα διαφωνήσω με την επιβολή οποιασδήποτε ποινής εναντίον του αλλά και εναντίον διάφορων καλλιτεχνών που «προσβάλλουν» την επικρατούσα θρησκεία με τα έργα τους. Στο κάτω-κάτω αν θέλουν να τον τιμωρήσουν μπορούν να τον αφορήσουν..

Επίσης δεν συμφωνώ με τη λογοκρισία-και πιστεύω πως κάτι πρέπει να γίνει με αυτό το ζήτημα- που κατά καιρούς βλέπουμε να επιβάλλεται σε βιβλία, έργα τέχνης.(και ίσως σε λίγο καιρό και στα μπλογκς από την κυβέρνηση).  Πολυφωνία πρέπει να υπάρχει άσχετα με το αν κάποιος προσβάλλει τις θρησκευτικές επιλογές κάποιου άλλου.

Να τελειώσω κάνοντας την αυτοκριτική μου πως κατά καιρούς έχω εκφραστεί ιδιαίτερα αρνητικά (και ντρέπομαι γι’αυτό) απέναντι στην χριστιανική θρησκεία αλλά είναι τέτοια η θρησκευτική καταπίεση πολλών άθεων όταν ήμασταν στην παιδική ηλικία που τώρα πια μας βγαίνει σε ακραία αντίδραση.