Εθνικισμός και πατριωτισμός

Ο παραδοσιακός ελληνικός εθνικισμός που εμπνέει τα πλήθη ώστε να ψάλλουν το «σε γνωρίζω από την κόψη» στα στάδια, να δακρύζουν με την έπαρση της ελληνικής σημαίας, να τηρούν τα «ήθη και έθιμα» και να μισούν τους «ξένους», αποτελεί πλέον μόνον μια εκδοχή του πατριωτισμού στην Ελλάδα.

Δίπλα του αναδύθηκε μέσα σε μερικούς μόνο μήνες και με καταλύτη τους Ολυμπιακούς Αγώνες μια δεύτερη εκδοχή του πατροπαράδοτου ελληνικού εθνικισμού, που εμφανίζεται ως πιο καλαίσθητη και πολιτισμένη, στέκεται μακριά από τις πολιτικές ακρότητες του αρτηριοσκληρωτικού παρελθόντος, δεν απεχθάνεται τη Δύση και είναι υπερήφανη, όχι τόσο για το ένδοξο παρελθόν του Έθνους, αλλά γι’αυτό που συμβαίνει τώρα: αυτή είναι η θεμελιώδης διαφορά της από τον παραδοσιακό εθνικισμό. Πώς συνέβη όμως αυτό;

Υπήρξαν οι υλικές προϋποθέσεις. Σε μικρό χρονικό διάστημα, το όραμα του εκσυγχρονισμού του πρώην πρωθυπουργού Σημίτη διαμορφώθηκε ως απτή πραγματικότητα, χάρη στην  υλική υποδομή των Ολυμπιακών Αγώνων και των έργων που είχαν στόχο τη μετατροπή της Αθήνας σε μητρόπολη.
Ο ελληνικός καπιταλισμός απέδειξε ότι δεν είναι πλέον υπανάπτυκτος, εξαρτημένος, άχρηστος και μεταπρατικός, ότι δεν βρίσκεται σε διαρκή κρίση και σήψη. Ωστόσο, αν αυτό είναι αρκετό για να προσχωρήσει κάποιος στο στρατόπεδο του αστικού εκσυγχρονισμού, δεν είναι προφανώς αρκετό για να προσχωρήσει στον εθνικισμό. Για κάτι τέτοιο χρειάζονται επιπλέον ορισμένες ιδεολογικές προϋποθέσεις.

Πρώτα μια γενική προϋπόθεση: οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους, από το σχολείο έως τα ΜΜΕ και από την οικογένεια έως τον αθλητισμό, εκπαιδεύουν τις μάζες στην ιδέα πως μια κοινή-και εν πολλοίς μυστηριώδης- ουσία μας ενώνει σε ένα ομοιογενές σύνολο με δεσμούς αίματος, πολιτισμού, κοινής καταγωγής και γλωσσικής καθαρότητας που ορίζουν το Έθνος. Έτσι ο εθνικισμός που προκύπτει, δεν σχετίζεται μόνο με ακραία ιστορικά φαινόμενα βίας και λυσσαλέας μισαλλοδοξίας, αλλά και με την καθημερινή ζωή του έθνους, με τις ήσυχες μέρες του απλού πατριώτη και νοικοκύρη.
Ο πατριωτισμός είναι ο καθημερινός εθνικισμός που αυτοθαυμάζεται, καλλιεργώντας τη φαντασίωση ότι είνα επαρκώς άκακος ώστε να διαφέρει ουσιαστικά από την ακροδεξιά εκδοχή του. Παρ’ όλα αυτά, είναι αδύνατον να χαράξουμε διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον εθνικισμό και τον πατριωτισμό (ακόμη και αν έχει «αριστερό», αντι-ιμπεριαλιστικό πρόσημο), διότι η διαφορά τους είναι ποσοτική.

Με άλλα λόγια, η μετάβαση από τον πατριωτισμό στον εθνικισμό γίνεται «ομαλά», χωρίς ρήξη, αρκεί να υπάρξουν γι’αυτό οι κατάλληλες περιστάσεις. Η συνέχεια που ενώνει τον εθνικισμό με τον πατριωτισμό αποτελεί τη γενική προϋπόθεση για την άνθηση του εθνικισμού όχι μόνο στις κυρίαρχες, αλλά και στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις, δηλαδή τη γενική προϋπόθεση για να αποκτήσει ο εθνικισμός μαζική βάση.

Δεύτερη ιδεολογική προϋπόθεση για την ανάδυση της νέας εκδοχής του ελληνικού εθνικισμού, είναι η παράσταση του ελληνικού καπιταλισμού ως «εθνικού καπιταλισμού», ως «εθνική οικονομία» εν κατακλείδι ως το ίδιο το έθνος. Τα επιτεύγματα του ελληνικού καπιταλισμού εκλαμβάνονται έτσι ως επιτέυγματα του έθνους. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες η κυρίαρχη ιδεολογία παρουσίασε όσα πέτυχε «με το δυναμισμό του» ο ελληνικός καπιταλισμός, δηλαδή τα δημόσια έργα και τη μεταμόρφωση της Αθήνας σε δυτική μητρόπολη, την αποτελεσματική διοργάνωση των Αγώνων και την αισθητική αναβάθμιση, ως επιτεύγματα της σύγχρονης αναπτυγμένης Ελλάδας που αποτολμά ως «μικρή χώρα» να αποδείξει στον κόσμο ότι μπορεί να τιμήσει το πλήρες κλέους παρελθόν της. Αυτή η παράσταση του καπιταλισμού ως έθνος, στη συγκεκριμένη εκδοχή της, αποτελεί τον θρίαμβο του ιδεολογήματος της «ισχυρής Ελλάδας».

_________________________________________________________________________________________________________

πηγή: Για τη σημαία και έθνος, Τριανταφύλλου και Ιωακείμογλου

Advertisements

2 σκέψεις σχετικά με το “Εθνικισμός και πατριωτισμός

  1. ellinaki, σίγουρα έτσι είναι.
    Συμφωνώ με τον ορισμό του πατριωτισμού αν και εγώ θα το έθετα με λίγο διαφορετικά λόγια – δηλαδή ο πατριωτισμός πρέπει να είναι το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του κράτους προς τον πολίτη – δηλαδή να είμαι υπερήφανος πως είμαι Έλληνας (ή Τούρκος, ή Αλβανός, ή Αμερικάνος) επειδή το κράτος μου έχει εξασφαλίσει μια ζωή όπου μπορώ να μεγαλώσω τα παιδιά μου με ασφάλεια, και γενικά έχω ένα καλό βιοτικό επίπεδο.
    Όταν όμως βλέπω ένα κράτος που είναι βουτηγμένο στη διαφθορά, στις μίζες, στον «δημοσιουπαλληλισμό», στην κατάργηση του κοινωνικού προσώπου του, και στην ιδιωτικοποίηση της παιδείας μέσω του υποβιβασμού των δημόσιων σχολείων τότε πως να λέω ότι είμαι «πολίτης» αυτής της χώρας; Ντρέπομαι και λυπάμαι που γεννήθηκα σε αυτή τη χώρα ειλικρινά..
    Και αυτό μου βγαίνει από τότε που ξεκίνησα να συμμετέχω σε σχολικές παρελάσεις στο σχολείο μου- πάντα τις σιχαινόμουν και περίμενα πότε θα πέσει η αυλαία της υποχρεωτικής συμμετοχής για μένα από αυτά τα απομεινάρια του φασισμού στη χώρα μας..

  2. Η διαφορά είναι ότι η «ισχυρή Ελλάδα» που αναφέρει το άρθρο είναι μία σαθρή βιτρίνα. Εάν για παράδειγμα η μεταμόρφωση της Αθήνας και των Αθηναίων του Αυγούστου του 2004 παρέμενε και μετά το πέρας των Ολυμπιακών Αγώνων και συνέχιζε να αναπτύσεται, τότε όντως θα μιλάγαμε για μία στροφή προς τον «εθνικό καπιταλισμό». Αντιθέτως αυτό που συνέβη, προφανώς δεν ήταν ισχυρό αρκετά ώστε να τονώσει το είδος του εθνικισμού που γράφει το άρθρο ανάμεσα στους Έλληνες.

    Προσωπικά βλέπω την έννοια του πατριωτισμού (προτειμώ να μην τοποθετηθώ επί του εθνικισμού) ως κάτι που πρέπει να βγαίνει αυτούσια από τον κάθε πολίτη μίας χώρας. Εάν δηλαδή κάποιος αισθάνεται υπερήφανος για το ότι ανήκει στο τάδε έθνος, να το κάνει επειδή κυρίως αισθάνεται υπερήφανος για τα επιτεύγματα και την καθημερινότητα του κάθε πολίτη αυτού του έθνους. Αν όμως αισθάνεται υπερήφανος επειδή τον έμαθαν έτσι ή επειδή αναπολεί ένα έθνος που υπήρξε πριν πολλούς αιώνες, τότε ο πατριωτισμός του είναι σαθρός. Σαν τη βιτρίνα των Ολυμπιακών Αγώνων.

Τα σχόλια είναι κλειστά.