Ερνέστο Γκεβάρα Δε Λα Σέρνα: Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας

Με αφορμή το άρθρο από τους Γεφυρισμούς και ως δικός μου ελάχιστος φόρος τιμής στον κορυφαίο επαναστάτη του αιώνα μας, τον Ερνέστο Γκεβάρα Δε Λα Σέρνα, παραθέτω εδώ ένα απόσπασμα από το ταξιδιωτικό του ημερολόγιο «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας» που έχει ως θέμα το ταξίδι που αυτός και ο φίλος του Αλμπέρτο Γκρανάδο πραγματοποίησαν το Δεκέμβρη του 1951,  από το Μπουένος Άιρες προς τις ακτές της Αργεντινής στον Ατλαντικό, μέσα από τις πάμπες και τις Άνδεις προς τη Χιλή και από τη Χιλή βόρεια, στο Περού και στην Κολομβία, με κατάληξη το Καράκας. Να σημειώσω εδώ πως ο Γκεβάρα (γνωστός και ως Τσε – που σημαίνει φίλος) ήταν ασθματικός καθ’όλη την διάρκεια της ζωής του πράγμα που τον ανυψώνει ακόμη περισσότερο μιας και εκτός των μαχών ενάντια στον καπιταλισμό και την εκμετάλλευση, είχε και την δική του εσωτερική μάχη με την ασθένεια για να του υπενθυμίζει πόσο θνητοί είμαστε.

Άγαλμα του Τσε στην Σάντα Κλάρα (Κούβα)
Άγαλμα του "Τσε" στην Σάντα Κλάρα (Κούβα)

Από τις σημειώσεις του για τις εμπειρίες τους(κατά την επίσκεψη στο λεπροκομείο του Σάο Πάολο) με τους λεπρούς, στους οποίους πρόσφεραν σίγουρα πολλά, όχι μόνο φροντίζοντάς τους, αλλά και παίζοντας ποδόσφαιρο και μιλώντας μαζί τους με πνεύμα απροκάληπτης , αδερφικής ανθρωπιάς- εξηγώντας την απέραντη ευγνωμοσύνη των λεπρών- μπορούμε να αντιληφθούμε τις ρίζες του εκκολαπτόμενου επαναστάτη Τσε. Τονίζω αυτά τα λόγια:

«Αν υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να μας πείσει ν’αφοσιωθούμε ολοκληρωτικά στη λέπρα, είναι αυτή η αγάπη μου μας έδειχναν οι ασθενείς που συναντήσαμε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού«.

Αδύνατο να φανταστεί κανείς εκείνη τη στιγμή πόσο σοβαρή και βαθιά θα ήταν αυτή η αφοσίωση στο μέλλον και ότι η λέξη «λέπρα» θα αποκτούσε το νόημα όλης της ανθρώπινης δυστυχίας.

Αυτή δεν είναι μια αφήγηση ηρωικών κατορθωμάτων, μα ούτε απλά και μόνο η διήγηση κάποιου κυνικού προσώπου, όχι από πρόθεση τουλάχιστον. Είναι μια διήγηση που αφορά ένα κομμάτι της ζωής δύο ανθρώπων που είχαν μια κοινή πορεία σε έναν καθορισμένο χρόνο, με τα ίδια όνειρα και τις ίδιες προσδοκίες.
Ο άνθρωπος μπορεί να σκεφτεί πολλά πράγματα μέσα σε εννιά μήνες, από υψηλά φιλοσοφικά ζητήματα ως την ταπεινότερη επιθυμία για ένα πιάτο σούπα, σε απόλυτη αλληλεξάρτηση με το κενό του στομαχιού του. Και αν ταυτόχρονα έχει μέσα του κάποιο τυχοδιωκτισμό, μπορεί να ζήσει σε αυτή τη χρονική περίοδο στιγμές που ίσως αποκτήσουν ενδιαφέρον γι’ άλλα άτομα, από την αμερόληπτη διήγηση αυτών των στιγμών θα προέκυπτε κάτι παρόμοιο με τούτες τις σημειώσεις.
Έτσι λοιπόν το νόμισμα ρίχνεται στον αέρα, περιστρέφεται για ώρα γύρω από τον άξονά του και πέφτει πότε «κορόνα» πότε «γράμματα». Ο άνθρωπος, μέτρο των πάντων [«χρημάτων πάντων άνθρωπος μέτρο» -Πρωταγόρας], μιλάει εδώ με το δικό μου στόμα και διηγείται με το δικό μου λεξιλόγιο αυτό που είδαν τα μάτια. Μπορεί να είδα δέκα φορές «κορώνα» και μόνο μια «γράμματα» ή το αντίστροφο, αυτό είναι πολύ πιθανό και καθόλου μειωτικό. Το στόμα μου περιγράφει αυτό που του διηγήθηκαν τα μάτια. Μήπως η θέα μας δεν ήταν ποτέ πανοραμική μα συνήθως αποσπασματική, ή αποψή μας όχι πάντα καλά τεκμηριωμένη και οι κρίσεις σχεδόν υπεραπλουστευτικές; Σύμφωνοι, όμως αυτή είναι η ερμηνεία που έδωσε ένα πληκτρολόγιο σύμφωνα με τις παρορμήσεις που έκαναν τα πλήκτρα να χτυπούν και αυτές οι παρορμήσεις έχουν πια χάσει οριστικά τη δύναμή του. Επιπλέον κανείς δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος γι’αυτές. Το πρόσωπο που έγραψε αυτές τις σημειώσεις «πέθανε» μόλις ξαναπάτησε το πόδι του στη γη της Αργεντικής και αυτός που τις τακτοποιεί και τις «ξαναχτενίζει», «εγώ» δεν είμαι εγώ. Δεν είμαι ο ίδιος, εσωτερικά τουλάχιστον. Τούτη η άσκοπη περιπλάνηση στη «Μεγάλη Αμερική Μας» με άλλαξε περισσότερο απ’ ό,τι πίστευα.

Σε οποιοδήποτε βιβλίο φωτογραφικής τεχνικής μπορεί να δει κανείς την εικόνα ενός νυχτερινού τοπίου που πάνω του λάμπει η πανσέληνος και όπου το επεξηγηματικό κείμενο ρίχνει άπλετο φως στο μυστικό αυτού του σκότους. Ωστόσο η ευαισθησία της ματιάς μου δεν είναι γνωστή στον αναγνώστη, μόλις που τη διαισθάνομαι εγώ, ώστε ακόμα κι αν γίνουν επεμβάσεις στην επιφάνεια του φιλμ, δεν είναι δυνατό να ξεκαθαρίσει η πραγματική στιγμή της εντύπωσης. Αυτό σημαίνει ότι, αν περιγράφω μια νυχτερινή σκηνή, μπορείτε να την πιστέψετε ή να την απορρίψετε, δεν έχει σημασία, γιατί, αν δε γνωρίζετε το φωτογραφημένο από τις σημειώσεις μου τοπίο, δύσκολα θα γνωρίσετε μια αλήθεια διαφορετική από αυτή που σας διηγούμαι εδώ. Και τώρα σας αφήνω με τον εαυτό μου. Με αυτόν που ήξερα κάποτε…

Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ

Η πανσέληνος πέφτει κάθετα πάνω στη θάλασσα και τη βάφει με ασημιές ανταύγειες. Καθισμένοι σε έναν αμμόλοφο, παρατηρούμε με διαφορετικά συναισθήματα το αδιάκοπο πηγαινέλα των κυμάτων.
Η θάλασσα για μένα υπήρξε πάντα μια έμπιστη φίλη που αφομοιώνει ό,τι της διηγείσαι χωρίς να αποκαλύπτει τα μυστικά σου και σου δίνει την καλύτερη συμβουλή: ένα βουητό που ο καθένας το ερμηνεύει όπως νομίζει.
Για τον Αλμπέρτο είναι ένα καινούργιο θέμα που του προκαλεί μια παράξενη ταραχή και τα αποτελέσματα γίνονται εμφανή στο επίμονο βλέμμα με το οποίο παρακολουθεί το σχηματισμό κάθε κύματος που έρχεται να σβήσει στην ακρογιαλιά.
Στο κατώφλι των τριάντα του χρόνων, ο Αλμπέρτο ανακαλύπτει τον Ατλαντικό και συνειδητοποιεί αυτή τη στιγμή τις δυνατότητες που του προσφέρει τούτη η ανακάλυψη: του ανοίγει ατελείωτους δρόμους προς όλα τα σημεία του κόσμου.
Ο θαλασσινός αέρας ικανοποιεί τις αισθήσεις, όλα μεταμορφώνονται στο άγγιγμά του, ακόμα και ο Καμ Μπακ[σκύλος σύντροφος των δύο ταξιδιωτών ο οποίος ήταν δώρο για την αγαπημένη του Ερνέστο] κοιτάζει, με το περίεργο μουσούδι του τεντωμένο, την ασημιά λουρίδα που απλώνεται και σαλεύει μπροστά στα μάτια του μύριες φορές το λεπτό.
Ο Καμ Μπακ είναι ένα σύμβολο και ένας επιζών, σύμβολο των δεσμών που απαιτούν το γυρισμό μου και επιζών από τις δικές του προσωπικές κακοτυχίες: δύο πτώσεις από τη μοτοσικλέτα, μια κλοτσιά από άλογο, που τον «ξεκοίλιασε» και μια επίμονη διάρροια.
Είμαστε στη Βίγια Χεσέγ, στα βόρεια του Μαρ Δελ Πλάτα στο σπίτι ενός θείου μου που μας φιλοξενεί, και κάνουμε τους υπολογισμούς μας για τα χίλια διακόσια χιλιόμετρα που έχουμε ήδη διανύσει, τα πιο εύκολα, αλλά αρκετά για να εκτιμήσουμε σωστά ό,τι αφορά την απόσταση. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρουμε , μα είναι φανερό πως θα μας στοιχίσει πολύ, τουλάχιστον αυτή την εντύπωση έχουμε. Ο Αλμπέρτο γελάει με τα σχέσια που είχε κάνει για το ταξίδι και τα είχε μελετήσει ως την τελευταία λεπτομέρεια και σύμφωνα με τα οποία θα έπρεπε να είμαστε στα μισά του ταξιδιού, ενώ στην πραγματικότητα μόλις έχουμε αρχίσει.
Φεύγουμε από τη Χεσέγ με μια καλή προμήθεια από κονσέρβες με κρέας και λαχανικά, «πεσκέσια» του θείου μου. Μας ζήτησε να του τηλεγραφήσουμε μόλις φτάσουμε στο Μπαριλότσε για να αγοράσει λαχείο με αριθμό ίδιο μ’εκείνον του τηλεγραφήματος – πράγμα που μας φάνηκε κάπως υπερβολικό. Και σε όσους λένε πως η μοτοσικλέτα είναι ένα καλό πρόσχημα για να προπονείσαι στο τρέξιμο, είμαστε αποφασισμένοι να τους αποδείξουμε το αντίθετο, αν και ένας ευνόητος φόβος μας το απαγορεύει και καταλήγουμε να μην πούμε λέξη για την εμπιστοσύνη που έχουμε στην επιτυχία του ταξιδιού.
Σε όλο το μήκος της παραλιακής οδού ο Καμ Μπακ δείχνει συνεχώς το «ένστικτο του αεροπόρου» που διαθέτει και τρώει καινούργια τούμπα. Η μοτοσικλέτα είναι τόσο φορτωμένη, που δυσκολεύεσαι να την ελέγξεις, σε κάθε στροφή μετατοπίζεται το κέντρο βάρους και η παραμικρή έλλειψη αυτοσυγκέντρωσης μας βγάζει από το δρόμο. Από ένα χασάπικο που βρήκαμε στο δρόμο μας αγοράσαμε λίγο κρέας για ψήσιμο και γάλα για το σκύλο, αλλά αυτός ούτε που το δοκιμάζει, το ζώο άρχισε να με ανησυχεί και όχι τα χρήματα που αναγκάστηκα να βγάλω από το πορτοφόλι μου. Το ψητό αποδείχτηκε πως ήταν από άλογο, το κρέας γλυκερό, δεν τρωγόταν. Απογοητευμένος, πετάω ένα κομμάτι στο σκύλο που ρίχνεται πάνω του και το καταβροχθίζει μονομιάς. Του πετάω έκπληκτος δεύτερο κομμάτι και η ιστορία επαναλαμβάνεται. Τέλος η δίαιτα με το γάλα. Ανάμεσα στο σαματά που κάνουν οι θαυμάστριες του Καμ Μπακ, ανοίγω εδώ στο Μιραμάρ μια.. ερωτική παρένθεση..
Στην πραγματικότητα ξεφεύγει από τις προθέσεις αυτών των σημειώσεων να διηγηθώ τις μέρες στο Μιραμάρ, όπου ο Καμ Μπακ βρήκε καινούργια εστία- εν μέρει χάρη στο ασυνήθιστο όνομά του- και το ταξίδι παρακωλύθηκε, έγινε αβέβαιο και όλα εξαρτήθηκαν από μερικές λέξεις που θα μπορούσαν να σημαίνουν για μένα ένα ερωτικό ταίριασμα, έναν δεσμό.
Ο Αλμπέρτο προαισθάνθηκε τον κίνδυνο και ήδη έβλεπε τον εαυτό του μοναχό στους δρόμους της Αμερικής, αλλά δεν έλεγε τίποτα. Το ζήτημα αφορούσε εκείνη κι εμένα. Κι όταν έφυγα, θαρρώντας τον εαυτό μου νικητή για μία στιγμή αντήχησαν στα αυτιά μου οι στίχοι του Μιγκέλ Οτέρο Σίλβα [1] :

Άκουγα να τσαλαβουτούν στην βάρκα
Πόδια γυμνά
Και φανταζόμουν πρόσωπα σβησμένα από την πείνα
Η καρδιά μου έμεινε μετέωρη ανάμεσα σ’εκείνη και στη στράτα
Δεν ξέρω ποιά δύναμη με λευτέρωσε από τα μάτια της
και ξέφυγα από την αγκαλιά της
και αυτή απόμεινε να καταχνιάζει με δάκρυα την αγωνία της
Μέσα από τη βροχή και το τζάμι, μια ανήμπορη να μου φωνάξει:
Περίμενε, έρχομαι μαζί σου!


_________________________________________________________________________________________________________

[Μιγκέλ Οτέρο Σίλβα, αριστερό Βενεζουελανός ποιητής και μυθιστοριογράφος, γεννημένος το 1908]

Πηγή: Ημερολόγια Μοτοσικλέτας του Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα

Advertisements

3 σκέψεις σχετικά με το “Ερνέστο Γκεβάρα Δε Λα Σέρνα: Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας

  1. Δεν ξέρω κατά πόσο ήταν αδικία αλλά θεωρώ από την πλευρά μου (και ίσως και από την δική του πλευρά) πως στη λέξη παιδί πρέπει να καταργήσουμε το κτητικό «μου» – νομίζω πως σημασία δεν έχει τόσο η αναπαραγωγή των γονιδίων μας-μιας και αυτά θα χαθούν ύστερα από μερικές γενιές- αλλά η αναπαραγωγή των μιμιδίων μας -όλες οι αξίες που κουβαλάμε πάνω μας σαν άνθρωποι-αυτά πρέπει να διασώσουμε και γι’αυτό μεγαλώνουμε τα παιδιά.
    Στις πρωτόγονες κοινωνίες (σύμφωνα με τον Έγκελς) εκτός του γεγονότος πως η γραμμή του αίματος ακολουθούσε ΜΟΝΟΝ τη μητέρα του παιδιού, η έννοια της οικογένειας και δεν είχε την σημερινή δομή του ζευγαριού, αλλά ήταν πιο περίπλοκη με μια δομή ζευγαριών όπου πολλές γυναίκες ήταν με πολλούς συζύγους- οπότε τα παιδιά τους είχαν την φροντίδα όλης της κοινότητας και όχι μόνο μίας γυναίκας. Αυτή η πρακτική είναι πολύ σωστότερη και ασφαλέστερη για να μεγαλώσει ένα παιδί-ακόμη κι αν μείνει ορφανό από την πλευρά της μητέρας (μιας και ο πατέρας ήταν άγνωστος) το παιδί έβρισκε αμέσως όχι ένα αλλά πολλά στηρίγματα.
    Πόσο πιο ανθρώπινη είναι αυτή η πρακτική σε σχέση με τη δική μας -υποτίθεται- «εξελιγμένη»;

  2. Εγώ σ’ευχαριστώ Αλέκα μου μιας και το ιστολόγιό σου αποτελεί πηγή έμπνευσης τόσο με τα θέματα που αναπτύσσεις όσο και με το υψηλού πνευματικού επιπέδου ύφος που αποπνέει.
    Όσο για το βιβλίο αυτό (και την ταινία που έχω επίσης παρακολουθήσει) είναι από τα πιο συγκινητικά που έχω απολαύσει και δεν σου κρύβω πως εκτός του ότι δάκρυσα σε κάποιες σκηνές του, έμεινα άναυδος από την δύναμη και το πάθος που συσσώρευε αυτός ο άνθρωπος σε συνδυασμό με την αγάπη και την ευαισθησία για τον αδύναμο συνάνθρωπο του- μια αγάπη που δεν είχε κίνητρο το υλικό κέρδος αλλά την αίσθηση στο πανανθρώπινο καθήκον μας να βοηθάμε τους άλλους και να ζούμε όχι ως εκμεταλλευτές ο ενός του άλλου αλλά ως φίλοι και σύντροφοι.

  3. Πανο, κατ΄αρχήν σε ευχαριστώ για την αναφορά. Αλίμονο να μην θυμόμαστε τέτοιους αγωνιστές- φάρους. Έχω διαβάσει τα ημερολόγιο μοτοσικλέτας που σκιαγραφούν την πραγματική προσωπικότητα του Τσε γιατι όπως και να το κάνουμε όλοι οι άνθρωποι αλλοτριώνονται -πολύ ή λίγο- στην πορεία τους στην πολιτική. Και ο Τσε όπως και ο Άρης αντιστάθηκαν νωρίς σε αυτήν την αλλοτρίωση. Ίσως γιαυτό να πέρασαν, όπως πέρασαν, και στις συνειδήσεις του κόσμου.

    Μου άρεσε η επιλογή σου για τους Χανσενικούς (λεπροί) ως έχουσα μια ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντί τους αφού ζω πολλά χρόνια -λόγω εργασίας- κοντά τους. Δυστυχώς η λέπρα από την αρχαιότητα εκφράζει όλη την ανθρώπινη δυστυχία και ευτυχώς τώρα που η εξέλιξη της νόσου μπορεί να σταματήσει εκφράζει αυτό που αποπνέουν οι πολιτικοί. Αλλά και αυτό που μας προκαλούν. Μας γεμίζουν σήψη και κολοβώματα, απομόνωση και εχθρότητα. Κι εκεί στέκομαι πολύ. Ο Τσε έκανε κάτι τολμηρό επισκεπτόμενος τους Χανσενικούς. Πολύ θα έλεγα. Αλλά ήταν και γιατρός και γνώριζε πως μεταδίδεται η νόσος.

    Στο σημείο αυτό και μόνο εδώ στο μπλογκ σου θα καταθέσω και μια πικρία από την ιστορία του μεγάλου αυτού ανθρώπου. Αυτήν που μου άφησε η δράση του και προσπαθώ να την παρακάμψω χρόνια για να τον έχω εκεί ψηλά που του αξίζει. Ξέρεις πόσες φορές έχω σκεφτεί πόσο άδικος ήταν απέναντι στο παιδιά του; Ως άνθρωπος πιστεύω ότι όλα τα παιδιά του κόσμου έχουν τα ίδια δικαιώματα αλλά ως γονέας θεωρώ ότι προηγούνται τα δικά μου. Ίσως επειδή δεν τους έδωσα του δικαίωμα να επιλέξουν αν θέλουν να γεννηθούν και έχω υποχρέωση να επιβεβαιώσω την ορθότητα της επιλογής μου. Ο Τσε το παρέκαμψε αυτό αφήνοντάς τα χωρίς την παρουσία του. Το μόνο που μου απαλύνει την πικρία είναι η σκέψη ότι εκείνος ήταν πραγματικός αγωνιστής και είχε συνειδητοποιήσει το δικαίωμα όλων των παιδιών. Ενώ εγώ απλά μια θιασώτης.

    Πολύ όμορφο το αφιέρωμα και επιλογή της συγκεκριμένης διήγησης.

    Καλημέρα και σε ευχαριστώ πολύ!

Τα σχόλια είναι κλειστά.