Ημέρα: 9 Οκτωβρίου 2008

Η τέχνη της αυτοκίνησης..

Πριν μερικές μέρες αντέγραψα ένα πολύ όμορφο κείμενο το οποίο κατηγορεί το αυτοκίνητο ως μέσον καταστροφής του αστικού περιβάλλοντος. Σε αντίθεση με εκείνο – αυτό το κείμενο του Νίκου Δήμου (ένα κομμάτι κι όχι όλο, αν θέλετε διαβάστε το εδώ ολόκληρο) βλέπουμε την άλλη όψη στην χρήση του αυτοκινήτου, την πραγματική ομορφιά της οδήγησης και τον ορισμό της τέχνης της αυτοκίνησης.

Τι θα ήταν μία τέχνη της αυτοκίνησης; Σίγουρα τέχνη του χώρο-χρόνου (όπως το μπαλέτο), πολυαισθητική (όραση, ακοή, σωματική ενέργεια και ισορροπία). Ένα είδος χορού με μηχανική προέκταση – το όχημα, δίτροχο ή τετράτροχο.

Έχουμε ένα σκηνικό: το τοπίο, φύση ή πόλη. Έχουμε μία κινησιολογία, χωρογραφία – την πορεία του δρόμου. Έχουμε ένα όχημα με συγκεκριμένες ιδιότητες (ιπποδύναμη, κράτημα, σχέσεις, φρένα κλπ.) Έχουμε έναν οδηγό με τη δική του προσωπικότητα.

Το «έργο»: να βρεθεί ο πιο αρμονικός, πιο κομψός – αλλά και πιο γρήγορος τρόπος μετακίνησης του δεδομένου οδηγού στον δεδομένο δρόμο με την αξιοποίηση στο έπακρο των ικανοτήτων του οχήματος. Με σεβασμό στην οικονομία των μέσων – όχι περιττές κινήσεις. (Η ιδανική γραμμή σε κάθε στροφή. Τι άλλο κάνει ο χορευτής με το σώμα του). Να εκτελεστεί άψογα η χορογραφία του δρόμου – με αποτέλεσμα να νιώσει ο οδηγός (και οι θεατές – αν υπάρχουν) συναίσθημα ικανοποίησης, ευφορίας, ανάτασης – το συναίσθημα του τέλεια κατορθωμένου έργου. Μπορεί αυτό το συναίσθημα να είναι τόσο έντονο που να σε γεμίζει.

Θα μου πείτε: υπάρχουν άνθρωποι που δεν νιώθουν καμία ευχαρίστηση με το οδήγημα. Και θα απαντήσω: υπάρχουν άνθρωποι που δεν αισθάνονται καθόλου την ποίηση ή την μουσική.

Τελικά όλα αυτά η τα νιώθει κανείς, η δεν τα νιώθει. Κάθε θεωρία είναι γκρίζα, όπως είπε κι ο Goethe. Ιδιαίτερα όταν αφορά θέματα γούστου και αίσθησης. Κι εγώ εδώ που μονολογώ, προσπαθώ όχι να οικοδομήσω μία θεωρία αλλά απλά να καταλάβω τι μου συμβαίνει όταν οδηγώ. Γιατί αισθάνομαι πλήρωση, εσωτερική αρμονία, όταν μου «κολλήσει» μία ωραία διαδρομή;  Γιατί μου δίνει η αυτοκίνηση χαρά κι εκτόνωση; Και γιατί εγώ (και χιλιάδες άλλοι) ξεκινάμε για «βόλτα», χωρίς να έχουμε λόγο, χωρίς να πηγαίνουμε κάπου.; Μόνο για την διαδρομή;

Η κίνηση σε ανοιχτό δρόμο είναι ηδονή για τον συνειδητό οδηγό. Αυτή η ηδονή οφείλεται άραγε στην αίσθηση της φυγής; Στην χαρά της αλλαγής; Στην κίνηση αυτή καθ’ αυτή, στην υπερνίκηση της αδράνειας; Στην αρμονία μιας σωστής χορογραφίας; Ας τα ψάξουν οι ψυχολόγοι!

Πάντως το γεγονός είναι ότι για αρκετούς ανθρώπους η αυτο-κίνηση είναι αισθητική απόλαυση. Τονίζω το αυτό- όταν με πάνε, δεν νιώθω τίποτα. Άρα παίζει και η αυτονομία βασικό ρόλο για την ηδονή. Αν το όχημα είναι δίτροχο ή ανοιχτό, τότε, στις άλλες αισθήσεις προστίθεται και η αφή (του ανέμου) και η όσφρηση (κομμένο χόρτο, καπνός ξύλων, ρετσίνι). Η ταχύτητα εντείνει τις αισθήσεις αυτές – κι ότι βλέπεις, ακούς, νιώθεις, μυρίζεις είναι ενισχυμένο σε σχέση με την καθημερινή αισθητική νωθρότητα.

Σε όλα αυτά οι μηχανόβιοι πλεονεκτούν σε σχέση με τους γιωταχήδες (ακόμα και τους ανοιχτούς) εκτός από ένα: την μουσική. Ένας καλός στερεοφωνικός ήχος κάνει το μπαλέτο μας πλήρες. Η μουσική φυσικά πρέπει να διαλεχτεί με πολλή προσοχή – να ταιριάζει με το τοπίο, το είδος του δρόμου, την κατάσταση του καιρού (βαριά σύννεφα χωρίς Mahler;) και το κέφι του οδηγού. Αν πετύχει η επιλογή τότε έχουμε την τέλεια περίπτωση: τα τοπία που ξετυλίγονται στην οθόνη του παρμπρίζ έχουν την σωστή μουσική υπόκρουση και η κίνηση της χορογραφίας τον δικό της ρυθμό.

Advertisements

Γάμος στον ..Παράδεισο

Ένα νεαρό ζευγάρι, πολύ ερωτευμένο, αποφασίζει να παντρευτεί, όταν την τελευταία νύχτα πριν τον γάμο, συμβαίνει ένα τραγικό ατύχημα και σκοτώνονται. Βρίσκονται προ των πυλών του Παραδείσου, να συνοδεύονται από τον Αγιο Πέτρο. Μερικές εβδομάδες αργότερα, ο νεαρός συναντιέται με τον Πέτρο και του λέει:
– Αγιε μου, η αρραβωνιαστικιά μου και εγώ είμαστε πολύ ευτυχισμένοι εδώ μέσα στον Παράδεισο. Όμως, μας έχει λείψει πολύ η όλη διαδικασία, τελετή του γάμου. Είναι δυνατόν, για κάποιον που ζει στον Παράδεισο να παντρευτεί κάποιον άλλον;

Ο Αγιος Πέτρος τον κοιτάζει καλά και του λέει: – Λυπάμαι πολύ. Ποτέ ξανά δεν έχω ακούσει κάποιον άλλον να θέλει να παντρευτεί μέσα στον Παράδεισο. Πολύ φοβάμαι ότι αν το θέλετε πολύ, θα πρέπει να μιλήσετε με τον Παντοδύναμο Θεό. Μπορώ να σας κλείσω ένα ραντεβού σε δυό βδομάδες από σήμερα.

Έφτασε η ημέρα του ραντεβού και οι δυό νέοι παρουσιάζονται εμπρός στον Παντοδύναμο. Του αναφέρουν το αίτημά τους. Ο Κύριος τους κοιτάζει σιωπηλά, σκέφτεται προβληματισμένα και τους λέει:
– Ελάτε σε πέντε χρόνια από σήμερα. Εάν ακόμη θέλετε να παντρευτείτε, τότε θα σκεφτώ την επιθυμία σας.

Πέντε χρόνια αργότερα, το ζευγάρι εμφανίζεται και πάλι. Η επιθυμία τους είναι ακόμη ζωντανή. Η εντολή του Θεού είναι ίδια:
– Σε πέντε χρόνια, θα παρουσιαστείτε πάλι εμπρός μου. Τότε θα το συζητήσουμε και πάλι.

Την τρίτη φορά, το ζευγάρι εμφανίζεται και πάλι στον Θεό. Ακόμη επιθυμούν να έρθουν σε κοινωνία γάμου.
– Εντάξει λοιπόν. Μπορείτε να προβείτε σε γάμο. Αυτό το Σάββατο, στις 6.30 το απόγευμα, θα τελεστεί μια υπέροχη τελετή γάμου στην Κεντρική Εκκλησία του Παραδείσου. Αφήστε τις λεπτομέρειες σε μένα.

Ο γάμος ήταν μια μεγάλη επιτυχία. Όλοι οι καλεσμένοι ομολόγησαν ότι η νύφη ήταν πανέμορφη. Όλοι οι γνωστοί και μη, ήταν παρόντες στην τελετή. Ο Μωυσής έφερε σπάνια λουλούδια από τον Νείλο Ποταμό, ο Νώε έφερε σπάνια ορυκτά από την Μεσσοποταμία και οι μαθητές του Ιησού έκαναν μερικά θαύματα για να εντυπωσιάσουν τους παρευρισκόμενους. Ακόμη και ο Γκάντι εμφανίστηκε, έμεινε μόνο για λίγο και φορούσε τα πιο καλά του ρούχα.

Όμως, το μαντέψατε… Μόλις λίγες εβδομάδες αργότερα το παντρεμένο ζευγάρι, κατάλαβαν ότι έκαναν ένα φοβερό λάθος. Απλά, δεν μπορούσαν να συνεχίσουν να ζουν παντρεμένοι. Έτσι, αποφάσισαν να κλείσουν ένα ακόμη ραντεβού με τον Θεό, για να του ζητήσουν ένα διαζύγιο στον Παράδεισο.

Όταν ο Παντοδύναμος Θεός άκουσε το νέο αίτημά τους, βγήκε απο τις χλαμύδες του. Τους κοίταξε με ένα ανάμεικτο, γεμάτο οίκτο, αυστηρότητα, και απογοήτευση, βλέμμα και τους είπε:
– Μα, είσαστε σοβαροί, επιτέλους ή αστειεύεστε; Μας πήρε δέκα χρόνια να βρούμε ένα παπά, εδώ στον παράδεισο να σας παντρέψει!!!! Μπορείτε να φανταστείτε πόσο καιρό θα μας πάρει να βρούμε έναν δικηγόρο!!!

Σχέση της λιθουανικής γλώσσας με την αρχαία ελληνική

Η λιθουανική είναι η πιο πρωτόγονη ινδοευρωπαϊκή γλώσσα. Και γι’αυτό ακριβώς οι γλωσσολόγοι τη θεωρούν σαν μητρική όλων των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Άλλωστε τα σύνθετα προκύπτουν με σύνθεση των απλών. Μ’αυτή την έννοια, οι πολύπλοκες στη γραμματική και συντακτική δομή τους σημερινές ευρωπαϊκές γλώσσες προέκυψαν με σύνθεση και αφομοίωση ήχων και γραμματικών και συντακτικών κανόνων, που συναντούν οι λαοί στις μετακινήσεις τους, ή που βρίσκουν στον τόπο όπου εγκαθίστανται στο τέλος της περιπλάνησης.

Η ελληνική γλώσσα είναι βέβαια ινδοευρωπαϊκή. Αλλά έχει αφομοιώσει πάμπολλα προελληνικά γλωσσικά στοιχεία, που χαρακτηρίζονται από τα ανοιχτά και ηχηρά φωνήεντα. Για παράδειγμα τα τοπωνύμια Λάρισσα και Άργος, με τα πολύ δυνατά φωνήεντα και τη ζεύξη τους με ηχηρά σύμφωνα, είναι τυπικότατα προελληνικές λέξεις και μαρτυρούν πως σε τούτον τον ήπιο τόπο είναι εύκολο να ανοίγεις το στόμα σου για να μιλήσεις χωρίς να κινδυνεύεις να κρυώσεις, όπως οι βόρειοι. Που γι’αυτό το λόγο μιλούν μέσα απ’τα δόντια τους. Οι Άραβες, πάλι, μιλούν σχεδόν με κλειστά τα χείλια για να μη μπαίνει στο στόμα η άμμος της ερήμου. Ο υπέροχος και μουσικότατος ήχος της ελληνικής γλώσσας χρωστάει πολλά στην υγρασία του Αιγαίου και στην ηπιότητα του κλίματος της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Παρά ταύτα η αρχική ιαπετική γλώσσα είναι συνεχώς παρούσα και στην ελληνική. Μάλιστα ο δυικός αριθμός στην κλίση των ονομάτων της αρχαίας ελληνικής (σημειώστε πως η κλίση, όπως το λέει η λέξη, είναι μια ελαφρά μετατόπιση του νοήματος από την αρχική κατάστασή του), περισώζεται σήμερα μόνο στη λιθουανική. Και το πιο εντυπωσιακό, μόνο η λιθουανική, εκτός απ’ την αρχαία ελληνική έχει περισπωμένη δηλαδή περισπώμενο (σπασμένο, κυματιστό, «κατσαρό») τονισμό. Οι άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες «ξέχασαν» γρηγορότερα την αρχική τους καταγωγή. Ενώ η εντυπωσιακή εκφραστική δύναμη της ελληνικής οφείλεται στην ικανότητά της, αφενός να διαφυλάγει κάθε τι χρήσιμο, όσο αρχαϊκό κι αν είναι, και αφετέρου να αφομοιώνει με απίστευτη επιδεξιότητα κάθε τι το γλωσσικά καινούργιο. Τούτος ο εκλεκτικισμός έκανε την ελληνική γλώσσα την τελειότερη που εμφανίστηκε ποτέ στη γη. Άλλωστε ο ελληνικός πολιτισμός στο σύνολό του είναι ούτως ή άλλως συγκεραστικός και εκλεκτικός: Παίρνει και προσθέτει  ό,τι του χρειάζεται απ’ όπου το βρει- αλλά προσέχει τι παίρνει.

___________________________________________________________________________________________________________

πηγή: Βασίλης Ραφαηλίδης, Λαοί της Ευρώπης, Καταγωγή και Χαρακτηριστικά

Το άρωμα / Μάσκες

Νύχτες μακριές πέρα απ’ το άρωμα του πόθου
το νιώθω σαν χτες
Νύχτα θολή δυο λευκά περιστέρια
μια πελώρια σιωπή…

_____________
Μαύρος καπνός ένας δρόμος για μας
ένας μουντός ουρανός
Πιο δυνατό από το πάθος του ανέμου
απ’ την οργή των θεών..

_____________
Ζαλίζει, όταν θα σβήσουν τα φώτα
το άρωμα της το σκοτάδι τρυπά
Λόγια πολλά σαν μια αντανάκλαση
που σβήνει όπως το φως κι η σκιά…
_____________
Νύχτες τρελές εκεί στα Κάστρα που γυρνούσαμε
μαζί μέχρι χτες
Θέλω να πω στην ψυχή μου πως υπάρχω
είμαι εδώ, είμαι εδώ…. είμαι εδω….

Περί Επικούρειας Ηδονής

Η απλή αναφορά της λέξης «ηδονή», προκαλεί σε πολλούς αντιδράσεις αγανάκτησης( οργής ή και περιφρόνησης. Πιθανόν να σκέπτονται πώς είναι δυνατόν μια ολόκληρη φιλοσοφική σχολή να θεμελιώνει τα διδάγματά της επάνω σε μια έννοια τόσο ευτελή, όσο η ηδονή.
Εάν το καλοσκεφτούμε όμως θα δούμε ότι η έννοια της ηδονής δεν είναι τόσο ευτελής, εφόσον για χάρη της ηδονής συνουσιάστηκαν οι γονείς μας και ήρθαμε εμείς στη ζωή, για χάρη της ηδονής απολαμβάνουμε την πόση και την βρώση και παραμένουμε στη ζωή, για χάρη της ηδονής απορρίπτουμε από το σώμα μας όσες ουσίες δεν μας είναι πλέον χρήσιμες και για χάρη της ηδονής συνευρισκόμαστε διαρκώς, αντλώντας ψυχική ηρεμία, σωματική ευεξία και διατηρώντας συνάμα ανοικτή την προοπτική της αναπαραγωγής μας. Είμαστε όλοι δηλαδή, είτε το θέλουμε είτε όχι «όργανα ηδονής» της Μητέρας Φύσης, η οποία χάρη στην ηδονή μας επιβάλλει τη θέλησή Της και τουλάχιστον ανόητος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί όποιος αντιδρά στη βούληση της Μεγάλης Μητέρας, διότι είμαστε γεννήματα και τμήματα της Φύσης.
Εκτιμώντας λοιπόν οι πρόγονοί μας τη συμβολή της ηδονής στον ανθρώπινο βίο, την φαντάστηκαν ως κόρη του Έρωτα και της Ψυχής και συνέθεσαν μάλιστα εκείνον τον περίφημο αττικό μύθο στον οποίο παραπέμπουμε κάθε ενδιαφερόμενο, για να παρακολουθήσει το κάλεσμα του Έρωτα, τις περιπέτειες της Ψυχής, τον θάνατο και την ανάστασή της και τέλος τη γέννηση της μονάκριβης και πεντάμορφης θυγατέρας τους, της Θεάς Ηδονής.
Ο δάσκαλός μας ο Επίκουρος ανέδειξε την ηδονή ως σκοπό της ζωής και θεμελίωμα της φιλοσοφίας του και την όρισε ως εξής:

ΟΤΑΝ ΟΥΝ ΛΕΓΩΜΕΝ ΗΔΟΝΗΝ ΤΕΛΟΣ ΥΠΑΡΧΕΙΝ,
ΟΥ ΤΑΣ ΤΩΝ ΑΣΩΤΩΝ ΗΔΟΝΑΣ,
ΚΑΙ ΤΑΣ ΕΝ ΑΠΟΛΑΥΣΕΙ ΚΕΙΜΕΝΑΣ ΛΕΓΟΜΕΝ,
ΩΣ ΤΙΝΕΣ ΑΓΝΟΟΟΥΝΤΕΣ ΚΑΙ ΟΥΧ ΟΜΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ,
Ή ΚΑΚΩΣ ΕΚΔΕΧΟΜΕΝΟΙ ΝΟΜΙΖΟΥΣΙΝ,
ΑΛΛΑ ΤΟ ΜΗΤΕ ΑΛΓΕΙΝ ΚΑΤΑ ΣΩΜΑ,
ΜΗΤΕ ΤΑΡΑΤΤΕΣΘΑΙ ΚΑΤΑ ΨΥΧΗΝ.

Πού σημαίνει:

Όταν λέμε ότι ο σκοπός είναι η ηδονή,
Δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων,
Και αυτές που βρίσκονται μέσα στις απολαύσεις
Όπως νομίζουν μερικοί που το αγνοούν και δεν το παραδέχονται
Ή είναι κακώς πληροφορημένοι
αλλά να μην πονάει το σώμα
και να μην ταράζεται η ψυχή

Εμείς λοιπόν οι Επικούρειοι, οι λάτρεις της Ηδονής, φροντίζουμε στο μέτρο του δυνατού να μην πονάει το σώμα μας και να μην ταράζεται η ψυχή μας, κι έτσι είμαστε σε θέση να απολαμβάνουμε τη χαρά της Ζωής. Κι αυτή ακριβώς η χαρά είναι η επικούρεια Ηδονή.
Βεβαίως η επικούρεια διδασκαλία δεν αποκλείει καμία άλλη έννοια του όρους ηδονή, αρκεί ωστόσο να μην προκαλεί πόνο στο σώμα και φόβο στην ψυχή. Διότι η χειρότερη συμφορά του σώματος είναι ο πόνος και το χειρότερο πάθος της ψυχής είναι ο φόβος.

___________________________________________________________________________________________________________

Πηγή: Μάριος Βερέττας