Περί Θανάτου

Απόλυτης και καθολικής ισχύος φυσικός νόμος είναι η αέναη ροή, η άχρονη αλλαγή, η ατέρμονη μεταβολή, που υλοποιείται μέσα από το σχήμα αυτοσυγκρότηση-αυτοδιάλυση. Δεν υπάρχει τίποτε στατικό στον κόσμο. Τα πάντα ρει , με την έννοια ότι τα πάντα «άπτονται μέτρα» (παίρνουν μορφή, αυτοσχηματίζονται, αυτογεννώνται) και «αποσβέννυνται μέτρα» (διαλύουν τη μορφή τους,αυτοαποδομούνται και αυτοκαταστρέφονται), συμμετέχοντας έτσι, συνδημιουργώντας και εγγυώμενα την εφαρμογή του Φυσικού Νόμου, ο οποίος έιναι ο μόνος αείζωος, με την έννοια ότι είναι αυτή η ίδια η ατέρμονη μεταβολή, αυτό το ίδιο το άχρονο σχήμα αυτογέννηση-αυτοθάνατος.

Αυτή η ολοφάνερη, πρόδηλη, προφανής και πανταχού παρούσα αλήθεια-πραγματικότητα είναι ταυτόχρονα και αφανής, αυτή η κοινή καθολική θέα είναι ταυτόχρονα αόρατη, δεν την ακούνε και δεν την βλέπουν οι «κακοί μάρτυρες (δηλ.) τα ώτα και οι οφθαλμοί ανθρώπων «βαρβάρους ψυχάς εχόντων», οι βάρβαρες (άλογες) ψυχές δεν επικοινωνούν με τον «ξυνόν Λόγο», διότι «αεί αξύνετοι γίγνονται άνθρωποι».

Το εμπόδιο δηλαδή που καθιστά ανίκανα τα μάτια και τα αυτιά να δούνε τα ολοφάνερα, βρίσκεται έξω από την περιοχή του Λόγου, είναι το σκοτεινότερο μέρος των «βαρβάρων ψυχών», που συγκρούεται μετωπικά με το έλλογο μέρος. Πηγή της σύγκρουσης αυτής είναι ο φόβος, ο οποίος όπως δηλώνουν και τα δύο στρόγγυλα «μηδενικά» φωνήεντα της εκρηκτικής αυτής ελληνικής λέξης, είναι ένας διπλοπεριφραγμένος οίκος, είναι το υποκειμενικό «Εγώ», η «ιδιόκτητη» ζωή του καθενός, που όμως δεν είναι καθόλου ιδιόκτητη, αλλά είναι κοινή κι αυτή έκφραση του καθολικής ισχύος Νόμου του Σύμπαντος και δεν είναι ούτε διπλοπεριτειχισμένη με τα δύο όμικρον, αλλά ολάνοιχτη στο Άπειρο, το ω-ω μέγα ω-8, για να επικαλεσθούμε και πάλι την άγνωστη σοφία της ελληνικής γλώσσας-γραφής. Ο φόβος λοιπόν, η ομίχλη αυτή που μεσολαβεί ανάμεσα στα μάτια και την Φύση, δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από την άρνηση της φύσης, είναι η αυταπάτη και η εθελοτυφλία μπροστά στο ολοφάνερο, ο στρουθοκαμηλισμός ο απαράλλακτα ίδιος με εκείνον του πουλιού της αφρικανικής ερήμου, που χώνει το κεφάλι του στην άμμο για  να μην βλέπη την αλήθεια (τον κυνηγό).

Μια τέτοια άρνηση της φύσης, ένα τέτοιο «σαλτάρισμα» προς την αλογία, την τρέλλα, δεν θα μπορούσε να αφεθή από το ατομικό Εγώ μόνη της, μη πειστική και «μετέωρη», έπρεπε να γενικευθή, για να την αποδεχόμαστε πιο εύκολα, έπρεπε να «δικαιολογηθή» για να μας βολεύη πιο άνετα. Έτσι περάσαμε στην ομαδική φαντασίωση του υπερφυσικού, του μεταφυσικού, του εξωφυσικού, του Υπερπέραν.

Αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από την αυταπάτη, ότι υπάρχουν και πράγματα που προϋπήρξαν της Φύσης, υπάρχει «ανώτερη δύναμη» (του φυσικού νόμου), που όχι μόνο αποτελεί μια άλλη κατάσταση, μια άλλη ζωή, αλλά δημιουργεί και ελέγχει την εντός της φύσης κατάσταση, την εντός της φύσης ζωής και επιβάλλει άλλους, δικούς της νόμους, που ανατρέπουν τον φυσικό νόμο. Το σαλτάρισμα αυτό προς το παράλογο δεν είχε άλλο δρόμο για να νομιμοποιηθεί από εκείνον της ιεροποίησης, της ανάδειξης του δηλαδή σ’ ένα είδος «φετίχ», όπως συμβαίνει με τα πιστεύω όλων των «εχόντων βαρβάρους ψυχάς». Έτσι γεννήθηκε το θ-αύμα (άρνηση του φυσικού νόμου) και πάνω απ’ όλα έτσι δημιούργησαν οι άνθρωποι τον «θ-εό» (δεν υπάρχει κανένας θεός που να μην δημιουργήθηκε από ανθρώπους).

Κι έτσι λύθηκαν τα χέρια του παραλογισμού, για να προχωρήσει σε ειδικότερες εφαρμογές της άρνησης του φυσικού νόμου, όπως έιναι η άρνηση του θ-ανάτου μέσω των φαντασιώσεων της «μετά θάνατον ζωής», της «αναστάσεως εκ νεκρών» της δευτέρας παρουσίας, του παραδείσου, της κόλασης κλπ. Και για να εδραιωθή χωρίς κραδασμούς το Άλογο συμπίπτουν όλες οι αντιφυσικές αντιλήψεις της πραγματικότητας στο να καταπολεμούν την λογική, άρα την επιστήμη, άρα την Γνώση, και έτσι αναθεματίστηκε ως «προπατορικό αμάρτημα» η γεύση του καρπού του Δένδρου της Γνώσης.

Αυτή είναι η μήτρα γενέσεως πάσης θεοκρατίας: ο φόβος του Θανάτου. Αν μπορούσαμε να φαντασθούμε μια ανθρωπότητα, που να είναι εναρμονισμένη με την Φύση και να την βλέπει άφοβα ως κομμάτι της, αυτόματα θα εξαφανιζόταν κάθε θρησκεία, και αυτόματα θα είχαμε ένα εξελικτικό άλμα του είδους μας από την κατάσταση του Ανθρώπου Έμφοβου στην κατάσταση ανθρώπου Αθρήσκου.

Κλείνοντας το θέμα, παραθέτουμε ένα σχόλιο πάνω στο επιχείρημα, που συχνά χρησιμοποιούν οι θεοκράτες, για να «καθιερώσουν» ιδεολογικά τον Παραλογισμό: Ότι η Πίστη (=ο στρουθοκαμηλισμός μπροστά στη φύση) βοηθά τον άνθρωπο να καταπραϋνη τον φόβο. Πρόκειται για ισχυρισμό, που στηρίζεται ολόκληρος πάνω στη «λογική» της αυταπάτης, που από τους μεν θεοκράτες χρησιμοποιείται ως απάτη εις βάρος των ποιμνίων, στα δε πιστά πρόβατα καταντά Άτη (η αρχαιοελληνική αυτή προσωποποίηση της γενικής διαταραχής και νόσησης όλων των ψυχοπνευματικών ισορροπιών του ανθρώπου). Πόση αξία έχει αυτή η «λογική» αποδεικνύουν και τα πρακτικά της αποτελέσματα: οι θεοκράτες, οι κηρύττοντες την απάτη ότι «αρχή σοφίας φόβος Θεού», είναι ακριβώς εκείνοι που τρέμουν τον θάνατο περισσότερο από κάθε άλλη κατηγορία ανθρώπων, καταντώντας εν όψει του φυσικού τους τέλους ψυχοπνευματικά διαταραγμένοι θλιβεροί φορείς της Άτης.

Από το περιοδικό Δαυλός.

Advertisements