Ημέρα: 26 Ιουλίου 2008

Ήρωες μιας άλλης ονειροχώρας..της δικής μου..

Φτωχοί, με λίγα μέσα, καλή καρδιά, καταφερτζήδες, αγωνιστές με ιδανικά, πλακατζήδες και συμπαθητικοί. Ο Σεραφίνο, ο Τιραμόλα, ο Μπλεκ, ο Όμπραξ, ο Κάπταιν Μαρκ και ο Παπερίνο μεγάλωσαν ολόκληρες γενιές παιδιών. Εκατοντάδες χιλιάδες τεύχη με τις περιπέτειές τους πωλούνταν κάθε εβδομάδα στη δεκαετία του ’70. Στα περίπτερα οι πιτσιρικάδες της εποχής έκαναν ουρές αγοράζοντας αλλά και ανταλλάσσοντας τα τεύχη που είχαν διπλά.

Ο Σεραφίνο μπορεί να ήταν μονίμως πεινασμένος, αλλά κάθε του περιπέτεια πουλούσε 60.000 τεύχη. Ένας ήρωας φτωχός, λίγο τεμπέλης, κατεργαράκος, άτυχος, που δεν ήταν άτρωτος, φαίνεται ότι ανταποκρινόταν στις συνθήκες μιας εποχής οικονομικής αστάθειας και αβεβαιότητας. Στο ίδιο μοτίβο ο Τιραμόλα κατάφερνε τα πάντα, ακόμη και εάν έπρεπε να γίνει χίλια κομμάτια και τα έβγαζε πέρα και στις πιο δύσκολες καταστάσεις ­ ήρωας και αυτός μιας άλλης εποχής όπου όλα επιτυγχάνονταν με κόπο.

Πιο δυναμικός ο Μπλεκ έδινε γερά μαθήματα στους Βρετανούς αποικιοκράτες και πουλούσε περισσότερα από 70.000 τεύχη, κατατροπώνοντας το αντίπαλο δέος που αποτελούσε το «Αγόρι». Ο «Ξανθός ήρωας» χρησιμοποιούσε το μυαλό και τις γροθιές του σε αντίθεση με τους σημερινούς «Πάουερ Ρέιντζερς» που βασίζονται σε όπλα προηγμένης τεχνολογίας.

Όλοι εκείνοι οι χάρτινοι ήρωες ­ ασπρόμαυροι και έγχρωμοι ­ εξαφανίστηκαν χωρίς ποτέ να εμφανιστούν στην τηλεόραση. Ίσως μάλλον αυτό συνέβαλε στην εξαφάνισή τους. Σήμερα, τα αντίστοιχα περιοδικά στα περίπτερα είναι περισσότερα και πιο εντυπωσιακά σε χρώματα. Ποιος πιτσιρίκος όμως μπορεί πια να ταυτιστεί μαζί τους για περισσότερο από λίγα λεπτά;

Ο Σεραφίνο

Τη δεύτερη θέση στην κυκλοφορία των παιδικών περιοδικών μετά το «Μίκυ Μάους» είχε σχεδόν για όλη τη δεκαετία του ’70 ο «Σεραφίνο». Ήταν ένα περιοδικό μικρού σχήματος που κυκλοφορούσε κάθε Τετάρτη. Οι μισές του σελίδες ήταν ασπρόμαυρες και χάρτινες. Το περιεχόμενό του ήταν εικονογραφημένες ιστορίες ενός καγκουρό που είχε ανθρώπινη μορφή, τού Σεραφίνο. Ενός απένταρου αλήτη που συνεχώς ονειρευόταν κοτόπουλα. Όταν όμως κατάφερνε κάποτε να βρει τροφή, δεν την έτρωγε μόνος του. Δεν την αποθήκευε, δεν έκανε το κουμάντο του για τις δύσκολες μέρες που ενδεχομένως να έρθουν αργότερα. Τη μοιραζόταν με τους άλλους φτωχούς φίλους του. Στηνόταν ένα τρικούβερτο γλέντι κάτω από τις γέφυρες, στα χαρτονένια κουτιά που χρησιμοποιούσαν για σπίτι. Αυτός πάνω κάτω ήταν ο άξονας των ιστοριών τού «Σεραφίνο». Τα σχέδια απλοϊκά. Το σενάριο αφελές. Και όμως αυτό το περιοδικό έτρεχαν να το αγοράσουν κάθε Τετάρτη οι μαθητές της εποχής, όταν το κουδούνι του σχολείου σήμαινε τη λήξη των μαθημάτων.

«Η επιτυχία τού «Σεραφίνο» ήταν ανεπανάληπτη. Θυμάμαι ότι σχεδόν δεν είχαμε επιστροφές. Όλα τα τεύχη έφευγαν» λέει η Σοφία Χαροκόπου, κόρη του εκδότη του περιοδικού, Ηλία Καμπανά. «Ο «Σεραφίνο» πρωτοκυκλοφόρησε το 1969. Ήταν δημιούργημα του Ιταλού σχεδιαστή Τσιαμπίνο». Το περιοδικό πωλούσε περισσότερα από 60.000 τεύχη κάθε εβδομάδα. Η ηλικία των αναγνωστών ήταν από 8 έως και 16 ετών. Το τελευταίο τεύχος του περιοδικού κυκλοφόρησε το 1992.

«Ο ήρωας αυτός διέφερε από τους άλλους. Δεν είχε υπερφυσικές ικανότητες, δεν ήταν τόσο τέλειος σε όλα. Ήταν απλός, χωρίς να έχει κανένα στοιχείο τού ήρωα. Ήταν φτωχός, όχι τόσο έξυπνος, λίγο τεμπέλης, λίγο ψευταράκος, λίγο άσχημος, λίγο άτυχος. Ήταν όμως ηθικός. Δεν έδινε ξύλο, δεν ήταν άτρωτος» τον σκιαγραφεί η Κατερίνα Μουρατίδου, υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων της εκδοτικής εταιρείας. «Ένας τέτοιος ήρωας δεν ανταποκρίνεται στις σημερινές συνθήκες» πιστεύει η ίδια. «Η σκληρή εποχή μας δεν θέλει ρομαντικούς, αλλά σκληρούς και αποφασιστικούς τύπους χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς. Δεν θέλει συναίσθημα, αλλά σιδερένια θέληση, σιγουριά και αυτοπεποίθηση».

Στην Ιταλία η τύχη τού «Σεραφίνο» δεν ήταν καλύτερη. «Ο δημιουργός του δεν ήθελε να μάθει σε άλλους την τεχνική τού σχεδίου. Δεν ήθελε να διδάξει σε άλλους την τέχνη της δημιουργίας των ιστοριών τού Σεραφίνο. Αποτέλεσμα; Όσο γέρναγε δημιουργούσε όλο και λιγότερες ιστορίες. Και όταν πέθανε κανείς δεν ήταν σε θέση να κάνει τον Σεραφίνο να συνεχίσει την πορεία του. Ο Σεραφίνο πέθανε μαζί με τον δημιουργό του στην Ιταλία» εξηγεί η κ. Χαροκόπου. Και στην Ελλάδα πέθανε σχεδόν ξεχασμένος, μέσα στην ανυποληψία των παιδιών της εποχής των PC…

Η ίδια εταιρεία εξέδιδε για χρόνια και το περιοδικό «Παπερίνο». «Ήταν ουσιαστικά ο προπομπός του Ντόναλντ και των άλλων παπιών του Ντίσνεϋ. Όμως έσβησε και αυτός πιο γρήγορα από όσο φανταζόμασταν. Ήταν επίσης ένας ήρωας απλός με κύριο χαραχτηριστικό την τιμιότητά του», τονίζει η Σοφία Χαροκόπου. «Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας. Σταματήσαμε τις εκδόσεις και για οικονομικούς λόγους. Τα τεύχη που πωλούνταν ήταν πολύ λίγα και δεν κάλυπταν τα έξοδα. Οποιαδήποτε υγιής επιχείρηση δεν θα συνέχιζε αυτές τις εκδόσεις».

Ο Τιραμόλα

Ο Σεραφίνο είχε έναν αδελφό, πιο τυχερό από αυτόν. Ήταν ο Τιραμόλα. Ο άνθρωπος-λάστιχο. Όλοι σε ανύποπτο χρόνο, σε στιγμές πίεσης, έχουμε συλλάβει τον εαυτό μας να λέει ότι «δεν είμαι και ο Τιραμόλα», εννοώντας ότι δεν έχουμε τη δυνατότητα να έχουμε ταυτόχρονα πέντε χέρια, άλλα τόσα πόδια κ.λπ…

Ο Τιραμόλα, ένας καθ’ όλα συμπαθής κύριος, που μπορούσε να πάρει όποια μορφή ήθελε, κυκλοφορούσε κάθε Παρασκευή. Ο δημιουργός του ήταν ο ίδιος με αυτόν του Σεραφίνο. Η διαφήμισή τους κοινή. Στην τελευταία σελίδα και των δύο περιοδικών υπήρχε το σλόγκαν-σύνθημα μιας ολόκληρης εποχής: «Και οι δύο με ένα τάλιρο που δεν πας ούτε στο Φάληρο». Τότε τα περιοδικά του Ηλία Καμπανά κόστιζαν πέντε δραχμές το ένα. Την ίδια στιγμή το μικρό Μίκυ Μάους, ο Ποπάυ, ο Μπαγκς Μπάνυ είχαν οκτώ δραχμές. Οι τρεις δραχμές ήταν πολύ σημαντικό ποσό για την εποχή εκείνη, ειδικά για τους πιτσιρίκους. Το εισιτήριο δε των μπλε λεωφορείων που κυκλοφορούσαν στην Αθήνα, ήταν ήδη στις δέκα δραχμές. Για να πας τότε λοιπόν στο Φάληρο ήθελες τουλάχιστον δέκα δραχμές.

Ο Τιραμόλα πρωτοκυκλοφόρησε το 1971. Οι ιστορίες του, όπως και αυτές του Πέπο και του Κάρλο, των δύο φίλων του, ήταν απλές. Ο Τιραμόλα στήριζε τη φήμη του στη λαστιχένια σύστασή του που του επέτρεπε να βγαίνει από τις δύσκολες καταστάσεις που του τύχαιναν, παίρνοντας διάφορες μορφές.Το τελευταίο τεύχος του Τιραμόλα κυκλοφόρησε το 1992.

«Το θέμα δεν είναι να δούμε γιατί δεν υπάρχει πλέον ο Τιραμόλα, παρ’ όλο που εγώ πιστεύω ότι αν κυκλοφορούσε θα είχε και πάλι επιτυχία, αφού είναι και σήμερα αναγνωρίσιμος ήρωας. Το θέμα είναι να δούμε τι τον αντικατέστησε» τονίζει ο Γιώργος Μπότσος, σχεδιαστής κόμικς. «Πιστεύω ότι η αντίστροφη μέτρηση για τη ζωή και των δύο αυτών ηρώων άρχισε όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’80 έκαναν την εμφάνισή τους στην ελληνική αγορά ο Αστερίξ, ο Τεν-Τεν, ο Λούκυ Λουκ, ο Ιζνογκούντ και οι άλλοι ήρωες. Αυτά ήταν ολοκληρωμένα κόμικς. Φτιαγμένα με τόση ζωντάνια, που είναι πολύ καλύτερα από τα αντίστοιχα κινηματογραφικά κινούμενα σχέδια. Και φυσικά πολύ καλύτερα σε ποιότητα έκδοσης από τα αντίστοιχα μικρά στο σχήμα, ασπρόμαυρα και με κακή ποιότητα χαρτιού Τιραμόλα και Σεραφίνο. Ο καταναλωτής πάντα προτιμάει το καλύτερο προϊόν. Όταν συνηθίζει σε αυτό, δεν επιστρέφει στο παλιό. Τα περιοδικά που επιβίωσαν, όπως το Μίκυ Μάους, έγιναν έγχρωμα εξολοκλήρου, βελτίωσαν την ποιότητα του χαρτιού και της εκτύπωσής τους και γενικά αποτελούν ένα ολοκληρωμένο προϊόν για τη δεκαετία που διανύουμε».

Ένας άλλος λόγος που χάθηκε ο Τιραμόλα, είναι το γεγονός ότι δεν είχε ποτέ τηλεοπτική παρουσία. Δεν υπήρξε κινούμενο σχέδιο. «Η τηλεόραση πάντοτε βοηθούσε τα περιοδικά», λέει ο κ. Μπότσος. Υπήρξαν πράγματι ήρωες που έκαναν τον κύκλο τους στα περίπτερα όταν είχαν ταυτόχρονη καριέρα στις δύο ΕΡΤ της εποχής, όπως ο Τομ και ο Τζέρυ,ο Γούντυ ο Τρυποκάρυδος, η Μάγια η Μέλισσα και η Χάϊντι.

Ο Μπλεκ

Ο Μπλεκ έχει γράψει τη δική του ιστορία τόσο στα περίπτερα όσο και στις παρέες των αγοριών της δεκαετίας του ’70 και του ’80. Πρόκειται για ένα εβδομαδιαίο έντυπο με εικονογραφημένες ιστορίες, με αφίσες ποδοσφαιρικών αστέρων της εποχής, και με… σιδερότυπα που έγιναν μόδα, αφού κοσμούσαν τις φανέλες των παιδιών της γειτονιάς. Το όνομά του το είχε πάρει από τον ήρωα Μπλεκ που αποτελούσε παραδοσιακά την πρώτη εικονογραφημένη ιστορία, σε συνέχειες πάντα, σε κάθε τεύχος.

Οι ιστορίες του Μπλεκ διαδραματίζονταν στις ΗΠΑ την εποχή που ήταν αποικία των Άγγλων. Μαζί με τους δύο κολλητούς του φίλους, τον καθηγητή και τον μικρό Ρόντυ, έδιναν γερά μαθήματα στους Βρετανούς αποικιοκράτες. Τους παγίδευαν, έσωζαν καταδικασμένους πατριώτες τους, και τους χτύπαγαν εκεί πού πονούσαν, στο ηθικό του στρατού τους. Όπλο, σχεδόν μοναδικό, του Μπλεκ οι μπουνιές του. Μπουνιές τόσο δυνατές σαν να ήταν ατσάλινες. Και φυσικά το μυαλό του.

Οι περιπέτειες του Μπλεκ αγαπήθηκαν πολύ. Αλλά το περιοδικό δεν περιελάμβανε μόνο αυτές. Το «παιδί-πάνθηρας» ήταν άλλος ένας πρωταγωνιστής του Μπλεκ για χρόνια. Ένας ήρωας που επειδή τον είχε δαγκώσει ραδιενεργός πάνθηρας σε ανύποπτο χρόνο, μπορούσε να γίνεται παιδί-πάνθηρας και να εξολοθρεύει τους κακούς. Οι ιστορίες του κάλυπταν πάντα τις τελευταίες σελίδες του περιοδικού. Ο τερματοφύλακας-γιατρός, ο μοναδικός επιζών της ποδοσφαιρικής ομάδας Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ από το φρικτό εκείνο αεροπορικό δυστύχημα που είχε κοστίσει τη ζωή στην υπόλοιπη ομάδα, είχε επίσης φανατικούς φίλους.

Ο Μπλεκ είχε αυξημένη κυκλοφορία που ξεπέρναγε ακόμα και τις 70 χιλιάδες τεύχη εβδομαδιαίως και πάντα «τα ‘ριχνε» στο αντίπαλο δέος του που ήταν το περιοδικό «Αγόρι». Το τελευταίο είχε παράλληλη πορεία με τον Μπλεκ και έκλεισε ελάχιστα αργότερα από αυτόν. Μια εποχή οι παρέες ήταν χωρισμένες στα δύο. Οι μισοί υποστήριζαν το ένα περιοδικό, με πάθος τέτοιο ώστε δεν αγόραζαν το άλλο, και οι άλλοι μισοί το δεύτερο. Κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και με τα κορίτσια που είχαν χωριστεί ανάμεσα σε αυτές που προτιμούσαν την «Μανίνα» και σε αυτές που αγόραζαν «Κατερίνα».

Ο Μπλεκ κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1971. «Η ιδέα για την κυκλοφορία του Μπλεκ», σύμφωνα με τον εκδότη Στέλιο Ανεμοδουρά, «ήρθε στα πλαίσια αντιστασιακών προβληματισμών κατά τη διάρκεια της χούντας. Εκδώσαμε ένα περιοδικό με περιπέτειες ενός ήρωα που πάλευε για την ανεξαρτησία και την ελευθερία της χώρας του την εποχή που αυτά τα δύο ήταν εν ανεπαρκεία στη δικιά μας».

«Η επιτυχία του Μπλεκ υπήρχε ακριβώς γιατί το περιοδικό πρόβαλε το κοινά αποδεκτό πρότυπο του αγοριού ηλικίας από 12 έως 16 ετών εκείνης της εποχής» αναφέρει η κοινωνική ανθρωπολόγος Γιούλη Μπαγιετάκου. «Μαγκάκι, που ρίχνει και καμιά καρπαζιά αν χρειαστεί, φίλαθλος ή μάλλον οπαδός, λάτρης της μουσικής ποπ και ροκ ίσως και της heavy metal, όχι τόσο θύμα της μόδας, και σίγουρα λάτρης των ηλεκτρονικών παιχνιδιών που τότε πρωτοέκαναν την εμφάνισή τους. Αυτό ήταν το πρότυπο. Αυτό προσπαθούσε να αντιπροσωπεύσει το περιοδικό. Για αυτό είχε και τόση επιτυχία».

Άλλη μια παράμετρος ήταν και η μόδα του… δρόμου. «Τα παιδιά, εξακολουθούσαν να βγαίνουν και να παίζουν στο δρόμο. Αυτός ο… δρόμος καθόριζε πολλά. Από τι ομάδα θα γίνει ο πιτσιρίκος της αγοροπαρέας μέχρι και το ποιο περιοδικό ήταν της μόδας. Ποιο αγοράζει π.χ. ο μεγάλος της παρέας, το πρότυπο, ο μάγκας. Σήμερα ο… δρόμος αυτός δεν υπάρχει. Τα πρότυπα καθορίζονται στην οθόνη της τηλεόρασης».

(από τον ΧΡΗΣΤΟ ΜΑΝΩΛΑ το κομμάτι αυτό)

Όταν ήμουν παιδί διάβαζα πολλά κόμικς. Λίγα από αυτά ήταν ο Μπλεκ, το παιδί-πάνθηρας, Σεραφίνο,Τιραμόλα, Ποπάυ, Λούκυ Λουκ, Σλέην, Judge Dredd,ο Μαχητής του Κομπιούτερ, ευχή για θάνατο,Σλέην (ιστορίες από το περιοδικό «Αγόρι»).

Στα κόμικ πάντα το καλό θριάμβευε στο τέλος, οι κακοί νικούνται από τους καλούς, μια ελπίδα ξεπρόβαλε την τελευταία στιγμή για να σε κάνει ευτυχισμένο. Περίμενα με μεγάλη ανυπομονησία να έρθει η ώρα (αν δεν κάνω λάθος κάθε τρίτη πρέπει να έβγαινε το «αγόρι») για να πάω στο περίπτερο να το προμηθευτώ, με το χαρτζηλίκι που έπαιρνα από τους γονείς μου – ήταν η ώρα της επιβράβευσης για το ότι ήμουν καλός μαθητής και υπάκουο (λέμε τώρα) παιδί.

Τα σημερινά παιδιά, μεγαλώνουν με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια – σε πολύ μεγάλο βαθμό όμως απέχουν από τα παιχνίδια που παίζαμε εμείς έξω στις γειτονιές. Κρυφτό, κυνηγητό, και ένα σωρό άλλες δραστηριότητες που μας κρατούσαν δραστήριους. Ένα αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος είναι η εμφάνιση της παιδικής παχυσαρκίας. Μπορεί να μην επηρεάζει την κοινωνικότητά τους – άλλωστε πολλά παιδιά παίζουν δικτυακά παιχνίδια – όμως σίγουρα επηρεάζει την ανάπτυξή τους. Ένας οργανισμός που αναπτύσσεται θέλει δραστηριότητα κι όχι να κάθεται όλη μέρα σε μία καρέκλα. Άσε που έτσι κι αλλιώς στο σχολείο το 95% του χρόνου κάθεται σε μία καρέκλα την υπόλοιπη μέρα έχει ανάγκη από κίνηση. Και δεν μιλάω για γυμναστήριο αλλά για παρεϊστικες δραστηριότητες.

Το κακό με τους περισσότερους γονείς είναι πως θεωρούν «υγιεινή δραστηριότητα» η πολύωρη ενασχόληση με τους υπολογιστές. Με την αστεία δικαιολογία ότι αν βγει στο δρόμο θα κινδυνεύει το κρατάνε κοντά τους λες και είναι ακόμη δεμένοι με έναν αόρατο ομφάλιο λώρο που δεν πρέπει να χαλαρώσει..